















Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στη συζήτηση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο: «Ενσωμάτωση της Οδηγίας (Ε.Ε.) 2022/2041 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2022 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Αναπροσαρμογή μισθών προσωπικού δημοσίου τομέα – Ρυθμίσεις για τον καθορισμό κατώτατου μισθού για τα έτη 2025, 2026 και 2027»
5 Δεκεμβρίου 2024
Ευχαριστώ, κ. Πρόεδρε. Θα απαντήσετε εφ’ όλης της ύλης, κ. Ανδρουλάκη, και σε αυτά τα οποία είπε η Υπουργός αλλά φαντάζομαι και στη δική μου τοποθέτηση.
Το νομοσχέδιο το οποίο συζητούμε σήμερα μπορεί να έχει τον χαρακτήρα μίας τεχνικής προσαρμογής σε μία ευρωπαϊκή οδηγία, πιστεύουμε όμως ότι αποτελεί μία πολύ σημαντική αλλαγή στην αγορά εργασίας και μία τολμηρή, θα έλεγα, τομή στην εξέλιξή της, με θεμέλιο τον τρόπο καθορισμού του κατώτατου μισθού. Τη βάση, δηλαδή, των αποδοχών που στο εξής, από το 2027 και μετά για να ακριβολογώ, θα ακολουθούν μόνο ανοδική πορεία, στηριγμένες μάλιστα σε ένα αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού, που θα καλύπτει τον ετήσιο πληθωρισμό αλλά θα λαμβάνει, προφανώς, υπόψη και την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Ουσιαστικά, το νομοσχέδιο αυτό κλείνει οριστικά μία πολύ δύσκολη εποχή για τη χώρα, την εποχή των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, και κάνει ένα σημαντικό βήμα ώστε η βασική αμοιβή, ο κατώτατος μισθός, να μην συνιστά απλώς ένα μέσο επιβίωσης, αλλά την αρχή ενός ανοδικού κύκλου επαγγελματικής και ατομικής προκοπής. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, από την αρχή της οικονομικής κρίσης χιλιάδες νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας ήταν από τις πιο αδικημένες κοινωνικά κατηγορίες. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η βελτίωση της θέσης τους ήταν και παραμένει προτεραιότητά μας.
Να θυμίσω στα έδρανα της αντιπολίτευσης και ειδικά στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος κυβερνούσε έως το 2019, ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, όταν μας εμπιστεύτηκε για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός, ήταν 650 ευρώ. Την τελευταία πενταετία το ποσό αυτό έχει αυξηθεί στα 830 ευρώ, συμπαρασύροντας προς τα πάνω προφανώς και τις τριετίες και τα πολλά επιδόματα τα οποία συνδέονται με αυτόν.
Και όχι μόνο αυτό, η κυβέρνηση δεσμεύθηκε πριν από τις εκλογές του 2023 ότι ο κατώτατος μισθός το 2027 θα φτάσει τα 950 ευρώ και αυτή τη δέσμευσή μας θα την τηρήσουμε στο ακέραιο. Μιλάμε για μια συνολική αύξηση 46%.
Και βέβαια, εκφράσαμε το 2023 την προσδοκία ότι οι συνολικές μας πολιτικές θα οδηγήσουν και στην αύξηση του μέσου μισθού από λίγο παραπάνω από 1.000 ευρώ που ήταν το 2019 στα 1.500 ευρώ. Και εκτιμώ ότι τον στόχο αυτόν όχι μόνο θα τον πετύχουμε αλλά θα τον ξεπεράσουμε κιόλας.
Και θα ήταν καλό στο σημείο αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επειδή πολλές φορές γίνονται συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες δεν στηρίζονται σε αντικειμενικά δεδομένα, να συμφωνήσουμε τουλάχιστον ότι αυτή είναι η εικόνα -το λέω, κ. Ανδρουλάκη, κ. Φάμελε, υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί- για το τι συμβαίνει με τον κατώτατο μισθό στη χώρα μας σε σχέση με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η Ελλάδα είναι στην 11η θέση στην Ευρώπη. Δεν είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη, όπως συχνά ισχυρίζονται κάποιοι. Καταθέτω, λοιπόν, τον σχετικό πίνακα στα πρακτικά. Και αυτό καταδεικνύει ότι οι πολιτικές αυξήσεως του κατώτατου μισθού και στήριξης των πιο αδύναμων εργαζόμενων έχουν επιφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα και ως προς τα συγκριτικά στοιχεία σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Όμως, για να μπορεί αυτή η διαρκής αναβάθμιση του εισοδήματος και πέραν του 2027 να συνεχίζεται, το παρόν νομοσχέδιο καθιερώνει δυο απλές αρχές: ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας δεν μπορεί να μειώνεται παρά μόνο να αυξάνεται, και δεύτερον ότι το ακριβές ύψος της αύξησης θα καθορίζεται από έναν αντικειμενικό μηχανισμό, ο οποίος θα συμπεριλαμβάνει δύο, και πάλι αντικειμενικούς, υποδείκτες. Ποιοι είναι αυτοί; Η ανάπτυξη και η παραγωγικότητα της οικονομίας και η ετήσια πορεία του πληθωρισμού.
Γιατί προφανώς -νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε- αν ο κατώτατος μισθός αυξάνεται με ρυθμούς μεγαλύτερους, πολύ μεγαλύτερους από αυτή τη φόρμουλα, όπως ενδεχομένως κάποιοι να εισηγούνται, αυτό δεν θα ήταν μια πολιτική επιλογή ανώδυνη για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Διότι δεν μπορούμε να βλέπουμε μόνο την αύξηση του μισθού ως ένα σημαντικό εργαλείο βελτίωσης του εισοδήματος των ασθενέστερων εργαζόμενων, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τις πραγματικές αντοχές των επιχειρήσεων.
Και επειδή μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία έχει αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να αποκλιμακώνει την ανεργία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω έφτασε σχεδόν στο 9%, από πάνω από 17% που ήταν όταν ήρθαμε στα πράγματα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον κατώτατο μισθό, είναι πολύ σημαντικό αυτό το μείγμα πολιτικής να μπορεί να συνεχιστεί.
Και βέβαια, θέλω να τονίσω ότι δεν λαμβάνουμε υπόψη τον συνολικό πληθωρισμό στον αλγόριθμο καθορισμού του κατώτατου μισθού, αλλά ένα υποσύνολό του, συγκεκριμένα τις μεταβολές του δείκτη τιμών στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κλίμακας.
Κατά την άποψή μας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή η πολιτική, της διαρκούς στήριξης των εισοδημάτων των πολιτών ώστε να έχουμε αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς, είναι και η μόνη πολιτική η οποία απαντά ριζικά στο πρόβλημα της ακρίβειας.
Είναι μία απειλή που ξέρουμε καλά, όχι μόνο στην Ελλάδα -η οποία όμως έχει και το πρόσθετο βάρος να πρέπει να διαχειριστεί τα «απόνερα» μίας πολυετούς κρίσης- αλλά και σε πολλές άλλες χώρες στον κόσμο. Είναι μία απειλή ο πληθωρισμός που αυτή τη στιγμή δοκιμάζει ειδικά τα ασθενέστερα νοικοκυριά. Και αναφέρομαι όχι πια στον ετήσιο πληθωρισμό, αλλά στον συσσωρευμένο πληθωρισμό μίας τριετίας.
Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν ελεγχθούν αυτές οι αυξήσεις των τιμών -γιατί βρισκόμαστε πια σε ένα περιβάλλον όπου ο πληθωρισμός πέφτει-, θα χρειαστεί κάποιος χρόνος έως ότου επανέλθει η ισορροπία ανάμεσα στην αξία των προϊόντων και την πραγματική αγοραστική δύναμη του καταναλωτή.
Άλλες λύσεις δεν υπάρχουν και τουλάχιστον, επειδή πολύς λόγος έχει γίνει τελευταία για την ακρίβεια, ας αναγνωρίζουμε και τις θετικές ειδήσεις όταν αυτές αποτυπώνονται από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία.
Σύμφωνα με τις τελευταίες ανακοινώσεις του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, του ΙΕΛΚΑ, τον τελευταίο μήνα είχαμε μείωση, αποπληθωρισμό δηλαδή, 0,72% στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Είναι μία πρώτη -καταθέτω στα πρακτικά- θετική ένδειξη ότι οι πολιτικές τις οποίες έχουμε ακολουθήσει, ειδικά όταν πρόκειται για βασικά αγαθά τα οποία καταναλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό τα ασθενέστερα νοικοκυριά, ότι οι πολιτικές αυτές αρχίζουν να έχουν αποτελέσματα.
Και βέβαια, κ. Ανδρουλάκη, είχαμε την ευκαιρία και χθες να συζητήσουμε την πρότασή σας, την οποία επαναλαμβάνετε, για τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να επαναλάβω αυτό το οποίο σας είπα και χθες και να καταθέσω και στα πρακτικά τα σχετικά στοιχεία από την Ισπανία, όπου φάνηκε ξεκάθαρα ότι η μείωση του ΦΠΑ οδήγησε σε μία πρόσκαιρη μείωση των τιμών, πλην όμως, σωρευτικά, οι τιμές σε βασικά καταναλωτικά αγαθά αυξήθηκαν περισσότερο στην Ισπανία με χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ από ό,τι στην Ελλάδα.
Κρατήστε τα σχετικά στοιχεία και αν έχετε την καλοσύνη μελετήστε τα. Διότι αυτό το οποίο έχει ενδιαφέρον εν προκειμένω είναι ότι συγκεκριμένα προϊόντα, τα άλευρα ας πούμε, τα οποία στην Ισπανία είχαν για κάποιο διάστημα μηδενικό συντελεστή ΦΠΑ, παρουσίασαν συνολική αύξηση τιμής στα τρία χρόνια 30%, ενώ μόλις 17% στην Ελλάδα. Στο γάλα η αύξηση έφτασε το 36%, ενώ στην Ελλάδα ήταν 15,8%. Αυτό τελικά αποδεικνύει ότι τέτοιες ενέργειες δεν ευνοούν τους καταναλωτές, ευνοούν μόνο τους μεσάζοντες.
Υπάρχει βέβαια και κάτι ακόμα, το οποίο θα έπρεπε να το γνωρίζετε και από την περίοδο που ήσασταν στο Ευρωκοινοβούλιο, ότι δεν μπορεί να γίνει μείωση του ΦΠΑ τμηματική, σε ορισμένα μόνο προϊόντα. Δεν μπορείτε, δηλαδή, να κατεβάσετε τον ΦΠΑ κατά 2 μονάδες σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων μόνο, από το 24%, διότι αυτό είναι κάτι το οποίο απαγορεύεται από την οδηγία 2006/112 μετά την τελευταία τροποποίηση.
Μπορείτε να κατεβάσετε, κ. Ανδρουλάκη, προϊόντα στη χαμηλότερη κατηγορία ΦΠΑ -βεβαίως, το έχουμε κάνει και εμείς-, αλλά αυτό το οποίο δεν μπορείτε να κάνετε είναι να πάρετε κάποια προϊόντα και να τα πάτε από το 24% στο 22%. Απαγορεύεται ρητά από την ευρωπαϊκή οδηγία.
Κύριε Πρόεδρε, δεν θα αναφερθώ άλλο στο νομοσχέδιο, διότι υπήρχε εκτενής αναφορά από την Υπουργό. Θα επαναλάβω όμως και σήμερα στην Ολομέλεια ότι ο δημόσιος διάλογος δεν έχει περιθώρια για ακοστολόγητα συνθήματα.
Και πολύ περισσότερο δεν είναι και σωστό, δεν είναι δυνατόν να ανοίγουν πάλι κάποιες κρυφές ατζέντες περί επιβολής νέων φόρων και αύξηση συντελεστών, όπως άκουσα πρόσφατα να εισηγείται κάποιος βουλευτής σας, κ. Ανδρουλάκη.
Επίσης, επιτρέψτε μου να κάνω και μια παρέμβαση για το ζήτημα των τραπεζών. Διότι άκουσα και πάλι να επαναλαμβάνετε τη θέση σας για έκτακτη φορολόγηση των τραπεζών και θα ήθελα και από το βήμα της Βουλής να δώσω μια απάντηση για το ζήτημα αυτό.
Πράγματι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, υπάρχουν ζητήματα όσον αφορά στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ζητήματα ουσιαστικά τα οποία χρήζουν αντιμετώπισης: υψηλές προμήθειες, χαμηλά επιτόκια στις καταθέσεις, δάνεια στεγαστικά τα οποία δεν δίνονται με τον κατάλληλο ρυθμό, ακίνητα τα οποία διαθέτουν οι τράπεζες τα οποία δεν έχουν ακόμα εκποιήσει προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά τους στην αγορά κατοικίας.
Για όλα αυτά τα ζητήματα έχουμε ζητήσει από τις τράπεζες να αντιδράσουν. Η αντίδραση τους μέχρι στιγμής δεν μας ικανοποιεί. Κατά συνέπεια, να αναμένετε πολύ σύντομα παρεμβάσεις από την κυβέρνηση που θα αντιμετωπίσουν την ουσία αυτών των προβλημάτων. Η φορολόγηση, όμως, των τραπεζών…
(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)
Όμως, ας είμαστε ρεαλιστές. Σε αυτή τη συγκυρία, «πυροτεχνήματα» όπως η έκτακτη φορολόγηση των τραπεζών δεν θα δώσουν απάντηση στα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Αν ένας πολίτης, για παράδειγμα, έχει σήμερα ζήτημα με τη χορήγηση ενός στεγαστικού δανείου, η έκτακτη φορολόγηση δεν θα απαντήσει στο ζήτημα αυτό.
Γι’ αυτό και θα κάνετε λίγη υπομονή, να ακούσετε τις συγκεκριμένες προτάσεις της κυβέρνησης για τα ζητήματα αυτά, ώστε να μπορέσουν να αντιληφθούν και οι τράπεζες ότι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θα επιτελέσουν τελικά το χρέος τους απέναντι στην ελληνική κοινωνία.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να κλείσω αυτή τη σύντομη παρέμβασή μου με μια ακόμα τοποθέτηση από τη σημερινή έρευνα του ΟΟΣΑ, η οποία νομίζω ότι δίνει και μία απάντηση για το πόσο αυξάνονται πραγματικά οι μισθοί στη χώρα μας.
Σύμφωνα με την έρευνα αυτή του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει αύξηση πραγματικών μισθών μεγαλύτερη από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Κρατήστε αυτό το στοιχείο, κ. Ανδρουλάκη, ώστε την επόμενη φορά να μην κατακρίνετε τη χώρα μας ότι είναι ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων.
Σας ευχαριστώ.
Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 2024
Νίκος Ανδρουλάκης: «Είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που θα προστατεύσει τους πολίτες, θα καταπολεμήσει τις ανισότητες και θα βάλει τη χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά»–Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην Ολομέλεια της Βουλής
Κύριε Πρόεδρε
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι
Το ΠΑΣΟΚ έχει άλλο όραμα για το παραγωγικό μοντέλο και το κοινωνικό συμβόλαιο που έχει ανάγκη η πατρίδα μας. Το σχέδιο μας βάζει την κοινωνία στο επίκεντρο κάνοντας τον πολίτη συμμέτοχο στα μεγάλα και κρίσιμα θέματα. Όπως είναι τα εργασιακά δικαιώματα, οι μισθοί.
Πρόσφατα οργανώσαμε έναν ανοικτό διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους που κατέδειξε ότι είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να συζητήσουν και να συμφωνήσουν όπως άλλωστε έκαναν και στο παρελθόν επί δεκαετίες.
Οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες, ώστε να επιστρέψουν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να γίνεται ούτε μονομερώς από την κυβέρνηση όπως συνέβαινε ως τώρα και μάλιστα πάντα λίγο πριν τις εκλογές, κλείνοντας το μάτι στους αδύναμους εργαζομένους πριν την κάλπη,ούτε αυτοματοποιημένα μέσω ενός αλγορίθμου.
Ο μόνος δρόμος για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και τη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων είναι η θέσπιση της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Ο διάλογος μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και η συλλογική διαπραγμάτευση για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού αποτελούν προϋπόθεση για την ευημερία, την κοινωνική συνοχή και την καταπολέμηση των ανισοτήτων.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όμως, έρχεται να ενσωματώσει με τρόπο φοβικό και συντηρητικό, την κοινοτική Οδηγία για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, γιατί πλέον δεν μπορεί να το καθυστερήσει άλλο. Χάθηκαν άλλωστε δυο πολύτιμα χρόνια, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για διάλογο και συναινέσεις ώστε να σχεδιαστούν πολιτικές που στον πυρήνα τους θα βρίσκεται το συμφέρον των εργαζομένων. Η κοινοτική Οδηγία είναι το αποτέλεσμα του διαλόγου που ξεκίνησε το 2017, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο είχε η ευρωομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και ιδιαίτερα ο Νίκολας Σμιτ, ο τότε Επίτροπος Κοινωνικών Δικαιωμάτων και Απασχόλησης, ο υποψήφιος μας για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις ευρωεκλογές.
Η συγκεκριμένη Οδηγία έχει σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας στην ΕΕ, ιδίως την επάρκεια των κατώτατων μισθών, ώστε να οδηγήσει σε κοινωνική σύγκλιση και να μειώσει τις μισθολογικές ανισότητες. Γι’ αυτό και προβλέπει:
1) την επάρκεια των νόμιμων κατώτατων μισθών,
2) την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό τους και
3) την ενίσχυση της προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων.
Δυστυχώς, όμως, το παρόν νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση, δεν υπηρετεί το πνεύμα της Οδηγίας, καθώς επιλέγει να θεσμοθετήσει ως μονόδρομο έναν αλγόριθμο ο οποίος θα καθορίζει τον κατώτατο μισθό βάσει μόνο δύο συγκεκριμένων κριτηρίων, παραγκωνίζοντας επί της ουσίας ακόμα περισσότερο τον ρόλο της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Ενώ η ευρωπαϊκή οδηγία ορίζει 4 τουλάχιστον κριτήρια στο σχέδιο νόμου που φέρνετε, εσείς επιλέγετε να συμπεριλάβετε μόνο δυο. Και ποια είναι αυτά; Ο πληθωρισμός και η αγοραστική δύναμη, η οποία να σας θυμίσω ότι στη χώρα μας είναι η προτελευταία πανευρωπαϊκά. Με βάση αυτά τα δυο κριτήρια, αν ο αλγόριθμος που θα εφαρμόζεται μετά το 2028 εφαρμοζόταν τα τελευταία χρόνια, σε καμία περίπτωση δεν θα είχαμε τα σημερινά επίπεδα κατώτατου μισθού. Θα ήταν πολύ χαμηλότερος. Έχετε κάποια απάντηση σε αυτό; Ψηφίζετε, λοιπόν, κάτι σήμερα που μετά το 2028 θα έχει αμφιλεγόμενα αποτελέσματα για τους εργαζομένους.
Ας μιλήσουμε όμως πιο συγκεκριμένα.
Το πρώτο μεγάλο ζήτημα που προκύπτει από το νομοσχέδιο έχει να κάνει με τις συλλογικές συμβάσεις.
Ισχυρίζεστε ότι δημιουργείτε ένα σχέδιο δράσης για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αυτό που περιγράφετε όμως δεν είναι ένα σχέδιο δράσης, αλλά ένα ευχολόγιο. Προτείνετε τη συγκρότηση επιτροπής για να το θεσπίσει σε ένα χρόνο, πάλι επιφυλάσσοντας για τους κοινωνικούς εταίρους διακοσμητικό ρόλο καθώς η άποψη τους δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Δηλαδή, τους ακούμε και μόνο τους ακούμε και τους βλέπουμε.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα σχετίζεται με τον καθορισμό του κατώτατου μισθού βάσει του αλγορίθμου αποκλείοντας τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η κυβέρνηση συνεχίζει να εμπαίζει τους κοινωνικούς εταίρους, γιατί ο αλγόριθμος καθιστά την όποια διαπραγμάτευση περιττή. Ποιος εργοδότης θα καθίσει στο τραπέζι διαπραγματεύσεων, όταν ο αλγόριθμος θα αποφασίζει εκ των προτέρων τον κατώτατο μισθό;
Αυτό δείχνει ότι η Νέα Δημοκρατία απέναντι στους κοινωνικούς εταίρους δεν έχει όρια, γιατί προωθεί ένα μοντέλο αδιαφάνειας, στο πλαίσιο του οποίου οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται συλλογικά, αλλά μονομερώς από την κυβέρνηση. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθορίζουν τον κατώτατο μισθό μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Γιατί όχι και στην Ελλάδα; Ελάχιστες είναι οι χώρες που τον καθορίζουν με αλγόριθμο.
Από αυτές, όντως, μόλις μία χώρα -και όχι 22 που διαφημίζετε συνεχώς στις τηλεοπτικές σας παρουσίες- χρησιμοποιεί μόνο αυτοματοποιημένο σύστημα καθορισμού του κατώτατου μισθού και αυτή είναι η Γαλλία, την οποία ισχυρίζεστε ότι έχετε αντιγράψει . Βέβαια λέτε τη μισή αλήθεια. Γιατί η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι η Γαλλία έχει εργασιακές σχέσεις που διατρέχονται κατά 94% από συλλογικές συμβάσεις, όταν σήμερα στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 27%-30%.
Είμαστε η χώρα με τη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ε.Ε. σε κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, πίσω μόνο από την Πολωνία. Έχετε να πείτε κάτι και για αυτό; Διότι, ούτε για αυτό ακούσαμε να λέτε κάτι στο δημόσιο διάλογο. Άρα, για άλλη μια φορά, πουλάτε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ούτε καμία σχέση έχει η εργασιακή ζωή και ο εργασιακός χάρτης της Γαλλίας με την Ελλάδα, ούτε η Ελλάδα είναι μία χώρα σχεδόν στο μέσο όρο. Αλλά πολύ χαμηλά, ξεπερνώντας μόνο την Πολωνία.
Άλλη μία βασική διαφορά με το γαλλικό σύστημα είναι το γεγονός ότι η γαλλική κυβέρνηση μπορεί να αποφασίσει να αυξήσει περαιτέρω τον κατώτατο μισθό μέσα στο έτος, εάν ο πληθωρισμός αυξηθεί σημαντικά, προκειμένου να βοηθήσει τα χαμηλά εισοδήματα. Ούτε αυτό εσείς το προβλέπετε. Αντιθέτως, η ελληνική κυβέρνηση βάζει περιορισμούς που μπορούν να οδηγήσουν στο «πάγωμα» του κατώτατου μισθού.
Δεν ακολουθείτε, λοιπόν, κανένα παράδειγμα. Είναι η σημερινή συζήτηση ενσωμάτωσης μιας σοβαρής ευρωπαϊκής προσπάθειας μία «α λα Νέα Δημοκρατία» προσέγγιση. Μία προσέγγιση, δηλαδή, νέων ανισοτήτων, νέων αδιεξόδων, από τα πολλά που έχετε συσσωρεύσει στον ελληνικό λαό τα τελευταία χρόνια.
Λέτε ότι χάρη σε εσάς δεν θα μπορεί να μειωθεί στο εξής ο κατώτατος μισθός. Μα, πραγματικά, πού μιλάτε; Δεν έχουμε διαβάσει την κοινοτική οδηγία; Αυτό δεν είναι θέμα δική σας επιλογής κα. Κεραμέως. Η Οδηγία απαγορεύει είναι εκείνη που απαγορεύει τη μείωση του κατώτατου μισθού και όχι ο αλγόριθμος, που εσείς σήμερα έχετε εφεύρει.
Η κυβέρνησή σας εκλέχθηκε με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, αλλά επρόκειτο για άλλη μία ευχή άνευ περιεχομένου.
Η κανονικότητα σας, οδήγησε να απογειωθούν τα κέρδη των ισχυρών παικτών της αγοράς, δεν επανέφερε όμως τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας με αποτέλεσμα αυτοί να κερδοσκοπούν και ο μέσος μισθός στην Ελλάδα να είναι ο δεύτερος μικρότερος στις 27 ευρωπαϊκές χώρες. Άρα, οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν με δίκαιο τρόπο στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου.
Το 2008 οι συλλογικές συμβάσεις κάλυπταν το 83% των εργαζομένων, το 2014 έπεσαν στο 15%, το 2018 ανήλθαν στο 25,8% και από τότε κυμαίνονται μεταξύ 27-30%.
Ως ΠΑΣΟΚ πιστεύουμε πως είναι ζωτικής σημασίας αυτή η κοινωνική αδικία να αποκατασταθεί και για αυτό τον λόγο ερχόμαστε σήμερα να προτείνουμε εκ νέου την επαναφορά του συστήματος προσδιορισμού του κατώτατου μισθού/ημερομισθίου αποκλειστικά με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, δηλαδή των κορυφαίων οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών.
Σήμερα, η αναγκαιότητα υιοθέτησης της τροπολογίας αυτής ενόψει και της υποχρέωσης της χώρας να ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο τη σχετική Οδηγία , είναι πιο αναγκαία από κάθε άλλη φορά. Με αυτόν τον τρόπο στηρίζουμε αποδεδειγμένα τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα τους χαμηλόμισθους, την κοινωνία και την οικονομία. Η κανονικότητα δεν μπορεί να είναι υπόθεση των λίγων, αλλά πρέπει πρωτίστως να αφορά την καθημερινότητα των πολλών.
Συνεχώς μας ρωτάτε αν συμφωνούμε με τα 950 ευρώ, στα οποία θα φτάσει μετά από 3 χρόνια όπως έχετε προαναγγείλει ο κατώτατος μισθός. Δεν διαφωνούμε, αλλά σας ρωτάμε και εμείς με τη σειρά μας: γιατί εσείς απορρίπτετε τη συλλογική διαπραγμάτευση, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των εργαζομένων και την πορεία της οικονομίας;
Επιπλέον, καταθέτουμε και την τροπολογία για την επίλυση των συλλογικών διαφορών με διαιτησία, ώστε να δημιουργήσουμε δικλίδες ασφαλείας που οδηγούν στη σύναψη συλλογικών συμβάσεων. Προτεραιότητά μας είναι να ρυθμίσουμε τις εργασιακές σχέσεις και όχι να τις απορρυθμίσουμε περαιτέρω.
Συμπερασματικά, με το νομοθέτημά σας δεν εκπληρώνεται ο στόχος και το πνεύμα της οδηγίας, να καλύψουν δηλαδή οι συλλογικές συμβάσεις το 80% των εργαζομένων ώστε πράγματι να αυξηθεί το βιοτικό τους επίπεδο μέσω πραγματικών αυξήσεων κυρίως στους κατώτατους μισθούς. Είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που θα προστατεύσει τους πολίτες, θα καταπολεμήσει τις ανισότητες και θα βάλει τη χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά.
Αυτός είναι ο άλλος δρόμος, που το ΠΑΣΟΚ υπηρετεί προς όφελος της κοινωνίας με τις προτάσεις του και το αξιόπιστο πρόγραμμά του.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι
Είναι εμφανής η αμηχανία της κυβέρνησης μπροστά στις συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες του ΠΑΣΟΚ. Πρωτοβουλίες με ένα δίκαιο κοινωνικό αποτύπωμα.
Τα δίνετε όλα, για να τις απαξιώσετε με εκφράσεις όπως «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ». Γιατί, πολύ απλά, βλέπετε το κοινωνικό πρόβλημα, βλέπετε τα αδιέξοδα, βλέπετε τις ανισότητες, βλέπετε ότι έχουμε δίκιο. Αλλά πρέπει να βρείτε φθηνά επικοινωνιακά παιχνίδια για να αντιμετωπίσετε το προφανές.
Μάλιστα, έφτασε ένας Υπουργός σας να λέει ότι «δεν είναι φτώχεια αυτό που αντιμετωπίζετε, το φαντάζεστε». Ενώ, βέβαια, όλοι οι δείκτες, το βίωμα, η πραγματικότητα, το κόστος ζωής, οι ανελαστικές δαπάνες είναι αυτές που έχουν δυσκολέψει την καθημερινότητα χιλιάδων Ελλήνων πολιτών και οικογενειών.
Καταλαβαίνει, λοιπόν, ο πολίτης ότι οι πρωτοβουλίες μας είναι και ρεαλιστικές και προοδευτικές και συγκεκριμένες. Η έκτακτη εισφορά στις τράπεζες, -5% στα κέρδη τους και όχι στα έσοδα-, φάνηκαν λίγο στον κ. Φάμελλο τα 500 εκατ. ευρώ και μάλιστα λέει θέλει τα δεκαπλάσια άρα 5 δισ. ευρώ, να μας πει σε ποιο τραπεζικό σύστημα της χώρας θα βρει αυτά τα 5 δισ. που του φαίνονται λίγα τα 500 εκατ. Έχει ενδιαφέρον. Όταν τα κέρδη φέτος ήταν λιγότερα από 5 δισ. Να είμαστε και λίγο ρεαλιστές. Άρα, όχι δεκαπλάσια. Κάτι άλλο εννοείτε.
Εμείς λοιπόν προτείναμε κάτι συγκεκριμένο. Το αρνηθήκατε.
Ξαφνικά, όμως, βλέπουμε στον δημόσιο διάλογο διαρροές ότι τώρα η Κυβέρνηση σκέφτεται να προαναγγείλει παρεμβάσεις για τις υπέρογκες χρεώσεις και τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο καταθέσεων και χορηγήσεων. Τώρα ξυπνήσατε;
Όταν τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες έχουν υπερκέρδη, τη μεγαλύτερη διαφορά επιτοκίου στην Ευρώπη, υπερχρεώσεις, μερίσματα που μοίρασαν με φόρο 5% που εσείς ψηφίσατε. 5%, παρακαλώ, φορολογείται όποιος παίρνει μερίσματα εκατομμυρίων ευρώ από τις τράπεζες, αλλά φορολογείται με 9% ο ανειδίκευτος εργάτης που παίρνει τον κατώτατο μισθό. Και αυτό είναι η δική σας φορολογική δικαιοσύνη; Εδώ μιλάμε για μια πολιτική που είναι τροχονόμος της ασυδοσίας των τραπεζών. Δεν θέλετε να συγκρουστείτε και μπροστά στο κλίμα που υπάρχει στην κοινωνία, προχωράτε σε πολιτικές οι οποίες είναι ατελέσφορες. Ακόμη και αν γίνουν κάποια βήματα μείωσης των χρημάτων που πληρώνουν οι πολίτες κατά τις συναλλαγές τους, δεν πρόκειται να αλλάξουν τη μεγάλη εικόνα που είναι ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι σε μία δεινή κατάσταση λόγω έλλειψης ρευστότητας και ότι οι τράπεζες, με τη βοήθειά σας, πήραν να διαχειριστούν δάνεια δισεκατομμυρίων ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης. Αυτή είναι η κοινωνική πραγματικότητα σήμερα.
Εμείς, λοιπόν, ως ΠΑΣΟΚ, από αυτήν τη μάχη απέναντι στην ασυδοσία των τραπεζών δεν θα υποχωρήσουμε. Γιατί είναι κοινωνικό αίτημα και είναι δίκαιο να φορολογήσουμε τα υπέρογκα κέρδη τους. Και όχι μόνο αυτών. Και άλλων ισχυρών που εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα χρόνια των αδιεξόδων του ελληνικού λαού.
Επίσης, δεν μπορώ να μην απαντήσω στα φθηνά υπονοούμενα του κ. Φάμελλου για το ζήτημα των υποκλοπών που αποκαλύπτουν ότι ο κατήφορος του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τέλος. Αγαπητέ κ. Φάμελλε, πρόεδρε του ΣΥΡΙΖΑ, αποκάλυψα το παρακράτος της Νέας Δημοκρατίας, το πήγα στη δικαιοσύνη, πήγα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο Συμβούλιο της Επικρατείας με δική μου πρωτοβουλία και της νομικής μου υποστήριξης, έβγαλα αντισυνταγματικό το νόμο της Νέας Δημοκρατίας που βοήθησε στη συγκάλυψη. Θέλω να μου πείτε τι από όλα αυτά έκαναν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ για να μπορείτε σήμερα να απευθύνετε αυτά τα δηλητηριώδη υπονοούμενα απέναντί μου.
Κλείνοντας, σας προτείναμε μέτρα για τη μείωση του κόστους ζωής.
Πολλά από αυτά τα ανέφερε και χθες στον Πρωθυπουργό. Τα ενοίκια, την golden visa, τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και τις υπέρογκες δαπάνες υγείας που πληρώνει ο ελληνικός λαός. Ελαστικά και ανελαστικά έξοδα που συνεχώς δυσκολεύουν την καθημερινότητά του.
Αλλά και την ενίσχυση των εποπτικών αρχών που θα αντιμετωπίσουν τα ισχυρά ολιγοπώλια που φτιάχτηκαν επί των ημερών σας. Εσείς όμως προκρίνετε τα μπαλώματα και τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.
Όλη σας η πολιτική εικονοποιείται στις νέες ανισότητες που αντιμετωπίζει ο ελληνικός λαός. Είχατε, λοιπόν, το θράσος, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, να χαρακτηρίσετε λαϊκισμό την πρόταση μας να μειωθεί ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Ένα μέτρο ελάχιστου δημοσιονομικού κόστους και μάλιστα σε μια εποχή που η οικονομία μας πάει πολύ καλύτερα -όπως λέτε εσείς- δημοσιονομικά από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ και των μνημονίων.
Αν, λοιπόν, είναι λαϊκισμός η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά και δεν ήταν λαϊκισμός η πρόταση του Πρωθυπουργού για οριζόντια μείωση του ΦΠΑ σε όλα τα προϊόντα το 2010 και το 2011 μέσα στα χρόνια του μνημονίου, ή δεν ήταν λαϊκισμός η ακοστολόγητη τροπολογία σας επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι θα μειώσετε τον ΦΠΑ οριζοντίως χωρίς να λέτε πόσο κοστίζει, και να λέτε σήμερα ότι είναι βαρύ το κόστος της μείωσης του ΦΠΑ σε ελάχιστα βασικά αγαθά που χρειάζονται οι πιο αδύναμοι Έλληνες, τότε θέλω να σας πω ότι ο λαϊκισμός δεν είναι μόνο αυτός ο οποίος χρησιμοποιήσατε για να γίνετε κυβέρνηση. Είναι και αυτός που χρησιμοποιείτε για να μείνετε όσο μπορείτε στις θέσεις της εξουσίας.
Για αυτό, λοιπόν, σταματήστε να απορρίπτετε με έναν άλογο τρόπο τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Όσο το κάνετε, τόσο γρηγορότερα ο κόσμος θα σας γυρίσει την πλάτη. Κάτι που γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι ήδη συμβαίνει. Για αυτό, χρειάζεται ενσυναίσθηση. Κοντά στον πολίτη, κοντά στο λαό, κοντά στην κοινωνία. Και όχι μαθήματα καθ’ έδρας για το τι είναι λαϊκισμός χωρίς να κοιτάτε τις νέες ανισότητες και τα νέα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελληνικός λαός.
Κλείνοντας, θέλω να σας πω να ξανασκεφτείτε προ του προϋπολογισμού τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά για όσο κλιμακώνονται οι τιμές. Σε συνάντησή μου με τους εκπροσώπους των σούπερ μάρκετ μας ενημέρωσαν ότι άμεσα θα περάσει η μείωση στις τιμές διότι και αυτοί θέλουν να αυξηθεί η κατανάλωση.
Να αναθεωρήσετε και να σκεφτείτε την πρότασή μας για την έκτακτη φορολόγηση των τραπεζών για να υπάρχει ένας φραγμός στην ασυδοσία τους. Και, βέβαια, περιμένω και από τον Πρωθυπουργό, όπως δεσμεύτηκε και χθες, όταν θα φέρουμε την πρόταση νόμου για την Ενιαία Αρχή Καταναλωτών που θα ενδυναμώσει μέσω της ενημέρωσης και των εκστρατειών απέναντι σε πολυεθνικές και ολιγοπώλια το καταναλωτικό κίνημα, να τη στηρίξετε για να είστε αυτήν φορά στη σωστή πλευρά. Με τους πολίτες, με τους καταναλωτές, με τις οικογένειες και όχι με τα ολιγοπώλια.
Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 2024
Νίκος Ανδρουλάκης: «Μη χειροκροτάτε δυνατά τις μελλοντικές παρεμβάσεις του Πρωθυπουργού προς τις τράπεζες, κ.κ. της ΝΔ, γιατί “τρομάζουν” οι επενδυτές»–Δευτερολογία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην Ολομέλεια της Βουλής
Προτείνω στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, όταν ο Πρωθυπουργός αναφέρεται σε πρωτοβουλίες που μπορεί να πάρει στο μέλλον για να μειώσει τις τραπεζικές χρεώσεις, να μη χειροκροτάτε δυνατά γιατί τρομάζετε τις αγορές και τους επενδυτές.
Καταρχάς, κ. Φάμελλε, εμείς αυτό που προτείναμε είναι πολύ συγκεκριμένο. Το 5% είναι στα 4,87 δισ. κερδών του 2023, δηλαδή 243 εκατ. ευρώ. Ανάλογο ποσό και μεγαλύτερο είναι για το 2024, άρα είναι συνολικά 500 εκατ. ευρώ. Τώρα, τα 400 εκατ. ευρώ είναι το όριο για να περιλαμβάνονται οι συστημικές μεγάλες τράπεζες σε αυτό το οποίο προσδιορίζουμε. Άρα, δεν αλλάζει το κομμάτι της φορολόγησης.
Τώρα, επειδή συζητάμε έναν νόμο και η κα. Κεραμέως μας είπε ότι αυτά που προτείνουμε προσομοιάζουν σε αυτά που κάνει η Τουρκία, θέλω να της πω ότι ο κατώτατος μισθός προσδιοριζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο μέχρι το 2012. Ουδέποτε με Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μειώθηκε στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός. Τώρα, πώς σας ήρθε ότι αυτό που εφάρμοζε η Ελλάδα μέχρι το 2012, είναι μοντέλο Τουρκίας, πιθανόν στις συνομιλίες Γεραπετρίτη-Φιντάν να είχε μπει και το θέμα του κατώτατου μισθού. Αλλιώς δεν μπορώ πραγματικά να εξηγήσω αλλιώς το παράδειγμά σας.Λέτε ότι ο αλγόριθμος είναι η μόνη λύση. Μα, η έγκριτη «Καθημερινή», -και θα καταθέσω το άρθρο στα πρακτικά-, μιλά για αύξηση της τάξης του 2,5% εάν στις σημερινές συνθήκες λειτουργούσε ο αλγόριθμος. Δεν θα είχαμε την αύξηση που έχουμε σήμερα. Και σας το λέω απλά και δεν μου απαντάτε.
Αλλά, βέβαια, πώς να απαντήσετε; Εσείς πιθανολογείτε ότι το 2028 δεν θα είστε σε αυτήν τη θέση για να απολογηθείτε στους εργαζομένους για αυτό που νομοθετείτε σήμερα. Εμείς, όμως, σας λέμε και σας χτυπάμε το καμπανάκι: ας υπάρχει αλγόριθμος με κάποιες παραμετρικές αλλαγές στα τέσσερα χαρακτηριστικά που λέει η κοινοτική οδηγία και να είναι εισηγητικός, αλλά τον τελικό λόγο να τον έχουν οι κοινωνικοί εταίροι που θα συμφωνούν στις διαπραγματεύσεις. Αλλιώς, ποιο είναι το κίνητρο για να υπάρχουν διαπραγματεύσεις; Κανένα κίνητρο.
Υπονομεύετε οποιαδήποτε προοπτική να φτάσουμε σε κάλυψη του 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, διότι με τη δική μας άποψη απευθείας θα πάμε πάνω από το 50%. Διότι, αν καθορίζεται με Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ο κατώτατος μισθός, τότε αυξάνουμε το ποσοστό κάλυψης. Και το πιθανότερο σενάριο είναι κάποια στιγμή, μέσω ανάπτυξης και διαπραγματεύσεων των κοινωνικών εταίρων, να φτάσουμε στο ποσοστό που λέει η Κοινοτική Οδηγία. Με τη δική σας στρατηγική δεν θα φτάσουμε ποτέ στο 80%. Και ένα ακόμη ερώτημα, γιατί μιλάτε για μείωση του κατώτατου μισθού. Έπεσε ποτέ ο κατώτατος μισθός όταν υπήρχε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ακόμη και μέσα στα μνημόνια; Ποτέ δεν έπεσε όταν υπήρχε αυτή η πολιτική.
Τώρα, επειδή άκουσα τον Πρωθυπουργό να λέει για κρυφή ατζέντα στη φορολογία, αυτά που έχουμε ακούσει πολλές φορές, το πρόγραμμά μας από το 2023 περιλαμβάνει όσα λέμε και σήμερα, το 2024. Το πρόγραμμά μας το 2023 έλεγε για μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά.Δεν είναι, λέει, σύννομο με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς Και πώς το κάνει η Ισπανία; Εσείς λέτε ότι απέτυχε, όχι ότι ήταν παράνομο. Πώς, λοιπόν, κάτι που έκανε η Ισπανία είναι εκτός ευρωπαϊκών κανόνων; Μείνετε στο επιχείρημα ότι απέτυχε το μέτρο. Που ούτε απέτυχε το μέτρο. Διότι, όπως είπα και στη συζήτησή μου με τον Πρωθυπουργό, προϋπήρχε ξηρασία μεγάλη στην Ισπανία. Η απόφαση της Ισπανίας για μειωμένο ΦΠΑ δεν ήταν για την κλιμάκωση του πληθωρισμού. Είναι ένα μέτρο που έγινε σε πρότερο χρόνο για να αντιμετωπιστεί η αύξηση των τιμών λόγω της ξηρασίας σε προϊόντα που παρήγαγε αυτή η μεγάλη παραγωγός χώρα του πρωτογενούς τομέα.
Επίσης, ποιος έχει κρυφή ατζέντα; Αν θυμάμαι καλά, μας είχατε επιτεθεί και λέγατε ότι έχουμε διπλή ατζέντα όταν είπαμε το 5% να γίνει 10% στους άνω των 50.000 και 100.000 ευρώ για τα μερίσματα. Ήταν «φοροκαταιγίδα» αυτό; Και δεν ήταν κοροϊδία και κρυφή ατζέντα ότι, χωρίς να πείτε ούτε μία κουβέντα προεκλογικά, φέρατε το οριζόντιο χαράτσι στους ελεύθερους επαγγελματίες που αξιοποιούν μεγάλοι φοροφυγάδες για να μη δεχθούν ποτέ έλεγχο; Άρα, εμείς δεν έχουμε κρυφή ατζέντα. Τα λέμε και τα γράφει το πρόγραμμά μας. Και για τον ΦΠΑ και για τα μερίσματα.
Ως προς την αγοραστική δύναμη. Σας άκουσα προσεκτικά. Τα στοιχεία είναι πολύ συγκεκριμένα και αποκαλυπτικά. Στα κέρδη ως ποσοστό του ΑΕΠ είμαστε τρίτοι στην Ευρώπη και στους μισθούς ως ποσοστό του ΑΕΠ 26οι στην Ευρώπη. Κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, μη μιλάτε ονομαστικά. Ονομαστικά είναι αυτό που παίρνεις στο χέρι. Η ουσία είναι τι αγοράζεις με αυτό που παίρνεις στο χέρι. Διότι από αυτό που αγοράζεις με τον μισθό σου, προκύπτει ότι έχουμε τη δεύτερη μικρότερη αγοραστική δύναμη στην ΕΕ. Δεν συμφωνείτε; Διαβάστε τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για να κλείσω, για την τροπολογία μας. Η τροπολογία που καταθέσαμε είναι η μόνη λύση. Ο αλγόριθμος να έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα και να δίνει τη δυνατότητα να γίνεται η έναρξη του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Και η δεύτερη τροπολογία δεν καταλαβαίνω τι σας ενοχλεί. Υπάρχει απόφαση του ΣτΕ από το 2014 σύμφωνα με την οποία η προσφυγή στη διαιτησία δεν πρέπει να έχει ως προϋπόθεση τη συναίνεση και των δύο μερών. Άρα, μπορεί να γίνει και με τη θέληση του ενός μέρους, των εργαζομένων. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, τι παράλογο έχουν αυτές οι τροπολογίες που νομίζω ότι βελτιώνουν την κατάσταση των εργαζομένων και μισθολογικά αλλά και σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων.
Τώρα, για τα μαθήματα περί αντιπολίτευσης στον κ. Φάμελλο, το ΠΑΣΟΚ θα κάνει αξιόπιστη, προγραμματική, δυναμική και δομική αντιπολίτευση, αλλά χωρίς τοξικότητες. Επιτρέψτε μας να χαράξουμε τον δικό μας δρόμο που πιστεύουμε ότι θα οδηγήσει το γρηγορότερο δυνατό τη Νέα Δημοκρατία στην αντιπολίτευση και όχι τον δικό σας δρόμο που την έκανε δυο φορές κυβέρνηση.
5/12/2024
Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Σωκράτη Φάμελλου, στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Θα μου επιτρέψετε, ξεκινώντας να ευχαριστήσω πρώτα απ’ όλα τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία για την τιμή που μου έκαναν και την εκλογή μου στη θέση του Προέδρου του κόμματός μας. Και με την ευκαιρία ότι είναι η πρώτη τοποθέτησή μου στην Ελληνική Βουλή.
Θέλω να δεσμευτώ και ενώπιον σας και ενώπιον όλων των Ελλήνων και των Ελληνίδων, ότι όλοι μαζί και όλες μαζί θα τιμήσουμε την ψήφο των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις εντολές των Ελλήνων πολιτών. Θα εκπροσωπήσουμε τα συμφέροντα όλων των πολιτών και τα συμφέροντα της πατρίδας μας. Και ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία θα ασκεί μια τεκμηριωμένη αλλά δυναμική αντιπολίτευση. Και, κυρίως, θα συμβάλουμε ώστε να υπάρχει μια εναλλακτική προοδευτική πρόταση που να διεκδικήσει και να κατακτήσει την κυβέρνηση της χώρας, γιατί αυτό που προέχει είναι να αλλάξει η σημερινή κυβέρνηση.
Μια κυβέρνηση που έχει διαψεύσει όλες τις προσδοκίες της κοινωνίας και της οικονομίας, μεγαλώνει τις ανισότητες, πολλαπλασιάζει τις αδικίες και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις μεγάλες απαιτήσεις της χώρας. Και για να γίνει κάτι τέτοιο ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει πιο μεγάλος, να γίνει πιο δυνατός για να ανταποκριθεί και στη λαϊκή ετυμηγορία. Να είναι η πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση που έχει η Ελλάδα, η χώρα μας. Και αυτό είναι ένα κοινωνικό μας καθήκον και μια δημοκρατική μας δέσμευση. Γιατί κόντρα σε όλα τα σχέδια τα οποία εξυφαίνονται, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και φύσει και θέσει η αξιωματική αντιπολίτευση της χώρας. Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη λαϊκή ετυμηγορία. Και ο ΣΥΡΙΖΑ επέστρεψε από μια μεγάλη τρικυμία και θα υπηρετήσει την κοινωνία, διορθώνοντας και πολλά λάθη που έγιναν το τελευταίο διάστημα.
Ταυτόχρονα, η επιλογή να μιλήσω σε αυτό το νομοσχέδιο αποδεικνύει και δηλώνει την ταυτοτική σχέση που έχει το κόμμα μας με τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κόσμου της Εργασίας. Αυτό δηλώσαμε και στις πρώτες επίσημες συναντήσεις που κάναμε με τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Η Αριστερά ξεκίνησε από τον κόσμο της εργασίας, γεννήθηκε από τις ανάγκες της εργασίας και οι προοδευτικές δυνάμεις παγκόσμια εκπροσωπούν, εκφράζουν και υλοποιούν πολιτικές προς όφελος των εργαζομένων. Και ως ΣΥΡΙΖΑ οφείλουμε να αναδείξουμε τις αξίες αυτής της ταυτότητας που σκίστηκαν το τελευταίο διάστημα.
Η υπεράσπιση και αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου των εργαζομένων είναι μια δέσμευσή μας, Θεμελιώδης δέσμευση. Κάτι το οποίο, δυστυχώς, δεν ισχύει για την κυβέρνηση, η οποία τα τελευταία πέντε χρόνια υλοποιεί πολιτικές ακραία αντεργατικές, με σοβαρή υποβάθμιση των εργαζομένων, αλλά και των μισθών και των αμοιβών τους, με επιπτώσεις σημαντικές στην αγοραστική δύναμη όλων των Ελλήνων και των Ελληνίδων, αλλά και στα δικαιώματα και στα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων.
Και, δυστυχώς, αρνητικές επιπτώσεις και στην ασφάλεια και στην υγιεινή της εργασίας. Θυμάστε τον κύριο Μητσοτάκη το 2019 που δήλωνε ότι θα λειτουργήσει ως οδοστρωτήρας; Οδοστρωτήρας είναι τελικά. Αλλά εις βάρος ποιων; Εις βάρος μόνο των εργαζομένων. Μόνο των δικαιωμάτων των ανθρώπων της Εργασίας. Συστηματικά η κυβέρνηση προωθεί ένα μοντέλο φθηνής και ελαστικής εργασίας χωρίς δικαιώματα. Αν κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση των νομοθετημάτων και των παρεμβάσεων της κυβέρνησης του κυρίου Μητσοτάκη εδώ και πέντε χρόνια, θα δούμε ότι υπάρχει απελευθέρωση των απολύσεων, κατάργηση του χρόνου εργασίας, εξαίρεση από την επεκτασιμότητα, την ευνοϊκότερη ρύθμιση που είχαν αποκατασταθεί με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, πληρωμή με ρεπό των υπερωριών, αύξηση των ορίων τους, κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ποινικοποίηση των απεργιών, επίθεση στα συνδικαλιστικά δικαιώματα, υποβάθμιση του ΣΕΠΕ, του ΟΜΕΔ, Μείωση των προστίμων σε όσους παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία. Ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, εξαήμερη εργασία. Οι εργαζόμενοι σε αναμονή για να δουλέψουν λίγες ώρες, συμβάσεις του 24ωρου. Αυτά είναι τα επιτεύγματά σας.
Αναρωτιέμαι: γι’ αυτά χαίρεστε κυρία Υπουργέ και κύριε Υπουργέ; Είναι ξεκάθαρη η απόδειξη του τι έχει κάνει η κυβέρνηση. Σήμερα οι περισσότερες νέες συμβάσεις είναι μειωμένης απασχόλησης και μειωμένης αμοιβής. Αυτή είναι η επίπτωση των πολιτικών της κυβέρνησης. Είναι επίσημο στατιστικό ότι είναι πάνω από 50%. Αυτή είναι η εργασία σήμερα, ιδιαίτερα για τους νέους της χώρας μας. Για αυτή την εργασία υπερηφανεύεστε, για αυτή δείχνετε στοιχεία και νούμερα. Και τα δείξατε και σήμερα. Για να μην πάω στο άλλο μεγάλο ζήτημα που είναι η ποινικοποίηση των απεργιών, δηλαδή η άλλη απάντηση στην μερική απασχόληση και την υπο-αμειβόμενη απασχόληση. Είναι η ποινικοποίηση και ο αυταρχισμός και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Κάθε μέρα τα δικαστήρια ασχολούνται με προσφυγές και ακυρώσεις απεργιών. Ο εργαζόμενος τελικά είναι μόνος του, δεν έχει δικαιώματα και πρέπει να ζει χωρίς καμία στήριξη στην δυστοπία των 500 ευρώ. Αυτό επιφυλάσσει ο κύριος Μητσοτάκης. Αυτές είναι οι επιλογές του και δεν είναι επιζήμιες μόνο για τους εργαζόμενους.
Γιατί σε μία τέτοια οικονομία αυτή η επιλογή πλήττει και το παραγωγικό μοντέλο και τη βιωσιμότητα της οικονομίας. Γιατί τα ποιοτικά και ανταγωνιστικά προϊόντα δεν βγαίνουν από φτηνούς εργαζόμενους, όπως θέλετε να τους διαβάζετε. Αντίθετα, θέλουν καλά αμειβόμενους εργαζόμενους, ερευνητές που να μένουν στη χώρα και να μένει και η γνώση και η παραγωγή στην Ελλάδα. Και εσείς το μόνο που κάνετε είναι να διώχνετε τους εργαζόμενους στο εξωτερικό. Οι μισθοί φτώχειας και δυστυχώς η ανασφάλεια της εργασίας τροφοδοτούν και τη μετανάστευση που συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς κατά τη διακυβέρνηση του κυρίου Μητσοτάκη και είναι και νάρκη για το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, άρα νάρκη για το μέλλον της χώρας μας.
Και αυτή τη νάρκη την έχετε πυροδοτήσει εσείς. Με τις άδικες και χρεοκοπημένες πολιτικές σας υποθηκεύετε το μέλλον της πατρίδας μας. Είναι μια πολιτική με κοντά πόδια, με πήλινα πόδια. Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να βρίσκεται τρίτη από το τέλος όσον αφορά στις αμοιβές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και δεν ξέρω αν αυτό σας κάνει υπερήφανους. Είναι επίσημα στοιχεία της Eurostat. Και το καταθέτω, παρακαλώ, στα πρακτικά.
Και ταυτόχρονα είμαστε στην τελευταία θέση όσον αφορά στην αγοραστική δύναμη του ωρομισθίου και δεύτερη από το τέλος όσον αφορά συνολικά στην αγοραστική δύναμη των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Το καταθέτω και αυτό στα πρακτικά. Και μάλιστα από στοιχεία που έχουμε, η ψαλίδα με τη Βουλγαρία κλείνει συνεχώς. Έχουμε, λοιπόν, αυτή τη στιγμή, μια επιλογή της κυβέρνησης που είναι ακριβώς απέναντι σε αυτό που λέει η οδηγία. Η οδηγία ζητάει αξιοπρεπείς μισθούς και αξιοπρεπή διαβίωση.
Και η κυβέρνηση κάνει ακριβώς το αντίθετο. Πολλαπλασιασμό των φτωχών εργαζομένων. Και έχουμε ένα νέο όρο πλέον να κατοχυρώνεται. Που είναι οι «εργαζόμενοι φτωχοί».
Γιατί είναι πλέον σύνηθες, οικογένειες με δύο εργαζόμενους να μην μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Ο μήνας δεν βγαίνει και σε οικογένειες με δύο εργαζόμενους που κάποτε φαινόταν αν θέλετε πλεονέκτημα να έχει μια οικογένεια δύο εργαζόμενους και δυστυχώς, πλέον, νοικοκυριά με δύο εργαζόμενους είναι κάτω από το επίπεδο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Αυτό είναι κυρία Κεραμέως, το δικό σας μοντέλο στην αγορά εργασίας; Καταθέσατε μια σειρά από γραφικά στα πρακτικά για να μας πείσετε ότι τα πράγματα είναι αλλιώς. Ξέρετε, οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί και οι οικογένειες και τα νοικοκυριά πηγαίνουν στα σούπερ μάρκετ και ξέρουν τι πληρώνουν. Δεν μπορείτε να κρύψετε αυτή την πραγματικότητα. Δεν βγαίνουν πέρα τα πράγματα στις ελληνικές οικογένειες και εσείς έχετε επιλέξει. Εσείς είστε με τα μεγάλα αφεντικά, δεν είστε καν με όλους τους παραγωγούς και δεν είστε προφανώς με τους βιοτέχνες. Δεν είστε προφανώς με τους μικρομεσαίους. Και ξέρετε γιατί; Γιατί σε αυτή την κατηγορία των κοινωνικών εταίρων, ας το πω έτσι, βάλατε πέρυσι ένα χαράτσι που τους τιμωρούσε γιατί έχουν εργαζόμενους. Έτσι, αν κάποιος μικρομεσαίος έχει πολλούς εργαζόμενους με καλές αμοιβές, πληρώνει μεγάλο χαράτσι και έτσι πλήττεται και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και οι εργαζόμενοι. Έχετε βάλει στο στόχαστρο και τους μικρομεσαίους και τους επαγγελματίες και τους επιστήμονες, αλλά και τους εργαζόμενους. Και να το πω, εν κατακλείδι, είστε η κυβέρνηση των φτωχών εργαζομένων, αλλά των πλούσιων καρτέλ.
Αυτή η κυβέρνηση είστε. Και αυτό είναι ξεκάθαρο. Ακόμα και την ευρωπαϊκή οδηγία, σήμερα, σε αυτό το νομοσχέδιο, την παραχαράσσετε για να υποστηρίξετε τα συμφέροντα που σας κρατάνε στην κυβέρνηση. Τα συμφέροντα, κυρία Κεραμέως, που υπηρετείτε. Γιατί η οδηγία έχει ένα βασικό στόχο: το 80% των εργαζομένων να έχει συλλογικές συμβάσεις.
Και αυτόν ακριβώς το στόχο -που και εμείς αγωνιστήκαμε στο Ευρωκοινοβούλιο και ως ευρωομάδα για να είναι δυναμικός- δεν έχετε υλοποιήσει εδώ και δύο χρόνια – κανένα κομμάτι του σχεδίου για να πιάσουμε αυτόν τον στόχο.
Και πάλι το παραπέμπετε στις καλένδες. Και αντίθετα, με το νομοσχέδιο αυτό, παίρνετε και κάνετε μία επιλογή που αποτρέπει ουσιαστικά και δυναμιτίζει τις συλλογικές συμβάσεις. Αυτό νομοθετείτε σήμερα. Έχετε ένα νομοσχέδιο κατ’ επίφαση εφαρμογής της οδηγίας που το μόνο που κάνει είναι να κάνει ακόμα πιο ευάλωτους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες εργαζόμενους και εργαζόμενες.
Και δεν προχωράει βέβαια επουδενί ούτε στον άλλο άξονα της εξομοίωσης των αμοιβών στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι ασφάλεια κυρία Κεραμέως για τους εργαζόμενους ο κατώτατος μισθός. Πρώτα απ’ όλα γιατί έτσι όπως το κάνετε εσείς δεν εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση. Άρα, δεν εφαρμόζετε την οδηγία. Και αντί να αξιοποιήσετε το φιλόδοξο αυτό εργαλείο των συλλογικών συμβάσεων, παραβιάζετε και το πνεύμα και το γράμμα της οδηγίας. Για ποιον λόγο; Να το πούμε λίγο ξεκάθαρα: γιατί γυρίζετε σε μνημονιακές δεσμεύσεις των δικών σας κυβερνήσεων, τον Ν. 4172 του 2013. Δηλαδή έχετε μια μνημονιακή ρύθμιση για τον κατώτατο μισθό, χωρίς να έχουμε υποχρέωση μνημονίου.
Αυτό κάνετε εδώ και 5 χρόνια. Φέρνετε από την πίσω πόρτα μνημονιακές ρυθμίσεις, εφαρμόζετε μνημόνια, ενώ η χώρα είναι εκτός εποπτείας και έχει καθαρό διάδρομο με τις επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όσον αφορά και το χρέος, αλλά όσον αφορά ακόμα και το παραγωγικό μοντέλο που έχετε ανατρέψει. Έτσι απαγορεύετε το βασικό πυλώνα της συζήτησης παραγωγών και εργαζομένων. Την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που είναι ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο έπρεπε να προχωρήσουν και όλες οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Και καθιστάτε τις οργανώσεις των εργαζομένων, τις τριτοβάθμιες οργανώσεις αδειανά πουκάμισα γιατί δεν έχουν καμία παρέμβαση. Ακυρώνετε το συνδικαλιστικό δικαίωμα. Και επιπλέον ακυρώνετε και όλες τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες ακόμα και όταν γίνονται μένουν παγωμένες στα συρτάρια σας. Απαντήστε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για ποιον λόγο κρατάει η κα Κεραμέως παγωμένες τις κλαδικές συμβάσεις; Ακόμα και στον αλγόριθμο τον λεγόμενο του κατώτατου μισθού, που εμείς θεωρούμε ότι δεν έπρεπε να είναι προτεραιότητα. Οι συλλογικές συμβάσεις έπρεπε να είναι, κυρία Κεραμέως, προτεραιότητα. Αλλά ακόμα και σε αυτόν κάνετε αλχημείες για να τον κρατήσετε χαμηλά. Τι κάνει; Πρώτα απ’ όλα εξαιρεί σημαντικούς δείκτες που έπρεπε να είναι μέσα, όπως η αγοραστική δύναμη του μισθού, το κόστος ζωής και πολλοί ακόμα. Και επιπλέον εισάγει συντελεστές που δεν έχουν ακόμα μετρηθεί. Τόση είναι η αριστεία τους. Και έχει και δεν έχει μάλλον καμία ρύθμιση που να αντιστοιχεί σε αυτό που λέμε τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Το αποτέλεσμα είναι ότι θα υπολείπεται του πληθωρισμού, όπως γίνεται και με τις συντάξεις με το νόμο του 2020.
Και οι πρώτες εκτιμήσεις λένε ότι οι αυξήσεις θα είναι της τάξης, να πω το καλύτερο νούμερο, του 2,5 με 3%. Τι επιλέγει όμως η κυρία Κεραμέως και το επιτελείο της κυβέρνησης; Να συνδέσει την ανεργία και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας με το πάγωμα του κατώτατου μισθού. Προσέξτε ιδεοληψία: λένε, όσο πιο χαμηλές είναι οι αμοιβές των εργαζομένων, τόσο καλύτερα θα πάει η οικονομία. Πέστε μου μια μεγάλη και δυνατή οικονομία που λειτουργεί με εργαζόμενους που δεν αμείβονται καλά. Ποια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα δηλαδή κρατάει τους μισθούς χαμηλά για να έχει καλή οικονομία και δεν επενδύει στο παραγωγικό μοντέλο, τα αναπτυξιακά πλεονεκτήματα, την καινοτομία, την τεχνολογία, την επιστήμη, τα νέα μυαλά; Ποια; Καμία.
Μόνο εδώ θέλετε για να ανανεώνετε μια λογική, αν θέλετε, αδυναμίας της χώρας. Εσείς κάνετε αδύναμη την Ελλάδα. Δεν την κάνουν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες που αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό γιατί έχετε μισθούς πείνας και έχετε φτωχούς εργαζόμενους. Και επιπλέον βάζετε την προσαρμογή αυτή στον αλγόριθμο το 2028. Δηλαδή, προσέξτε, μετά τη λήξη της εντολής που έχετε από την κοινωνία, δεν κάνετε τίποτα κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης που έχετε λάβει εντολή, ακόμα και αν ολοκληρώσετε τη θητεία σας και μέχρι το ‘28. Δημιουργείτε μια επιτροπή όπου οι κοινωνικοί εταίροι και τα αποτελέσματά της δεν έχουν δεσμευτική γνώμη. Άρα θα κάνετε ό,τι νομίζετε εσείς. Συμπερασματικά, η υποχρέωση της οδηγίας για να έχουμε 80% των εργαζομένων σε συλλογικές συμβάσεις παραπέμπεται στις καλένδες. Άρα, η Ελλάδα είναι ευρωπαϊκή εξαίρεση για το βασικό ευρωπαϊκό κεκτημένο που είναι οι συλλογικές συμβάσεις.
Δεύτερον, με αλγόριθμο δικής σας έμπνευσης βγαίνει ένας κατώτατος μισθός χαμηλός, στα όρια ουσιαστικά της εξαθλίωσης μετά τη θητεία σας. Ταυτόχρονα εξαιρείτε τους κοινωνικούς εταίρους από τον καθορισμό του κατώτατου μισθού. Και επιπλέον, επειδή έχετε απαξιώσει όλες τις δομές ελέγχου, οι επιχειρήσεις θα παραβιάζουν συστηματικά την εργατική νομοθεσία, γιατί πολύ απλά δεν ελέγχονται. Και οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, μαζί με τον κατώτατο, θα είναι το βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Γιατί δεν έχετε καμία ρύθμιση, τουλάχιστον για να αποτρέψετε τη μερική απασχόληση και τη χαμηλή αμοιβή. Γι’ αυτό και από την αρχή σας χαρακτήρισα κυβέρνηση των φτωχών εργαζομένων. Αυτή η επιλογή σας τελικά έχει κάνει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες κυνηγούς επιδομάτων.
Και είναι λογικό γιατί η αγοραστική δύναμη έχει εξανεμιστεί και θεωρείτε ότι είναι κάτι σημαντικό. Οι πολιτικές που κάνετε με τα καλάθια και οι συνάνθρωποί μας βλέπουν οι συμπολίτες μας να αδειάζει η τσέπη τους και το τραπέζι να μη γεμίζει. Και με αυτό το νομοσχέδιο δεν έχετε απλά ακόμα μία αντεργατική επιλογή. Αλλά, κυρία Κεραμέως, έχετε και μία αντιευρωπαϊκή επιλογή. Γιατί πάτε πίσω από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και η δικιά μας προσπάθεια, αλλά και άλλων χωρών στο Ευρωκοινοβούλιο πάει χαμένη.
Διότι η προσπάθεια του Ευρωκοινοβουλίου τελικά ήταν να έχουμε σε όλες τις χώρες και στην Ελλάδα μισθούς Ευρώπης. Και το ερώτημα είναι γιατί δεν θέλετε η Ελλάδα να έχει μισθούς Ευρώπης; Γιατί θα υπερηφανεύεστε δηλαδή; Για το ότι είμαστε πάντα το αρνητικό παράδειγμα στην ακρίβεια ή στην αγοραστική δύναμη; Η δική μας πρόταση είναι ότι η εργασία αποτελεί μία παραγωγική δύναμη και απαιτείται να έχουμε άμεση αύξηση των μισθών και ως προσωρινό και άμεσο μέτρο μια γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά το σημαντικό είναι να έχουμε προώθηση των Συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κατοχύρωση εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων με μισθούς αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως λέει η οδηγία.
Επανίδρυση του ΣΕΠΕ και εφαρμογή γιατί όχι του 35ωρου, με αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας και της επιστήμης, χωρίς μείωση των αποδοχών. Γιατί πρέπει να καταπολεμηθούν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας. Και σε αυτό δεν κάνετε τίποτα. Οφείλω να πω βέβαια, κυρίες και κύριοι βουλευτές, ότι χρειάζονται και παράλληλα μέτρα που δεν θα μειώνουν από άλλη μεριά το εισόδημα των εργαζομένων. Μέτρα για την ακρίβεια και για την άδικη φορολογική πολιτική. Γιατί, θα τα πούμε και στον προϋπολογισμό, το μείγμα της φορολογικής πολιτικής είναι άδικο με την πλειοψηφία στους έμμεσους φόρους. Ακόμα ένα προνόμιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Καθυστέρηση σε σχέση με την Ευρώπη. Γιατί μια μεριά έχουμε την ακρίβεια και από την άλλη τη φορολογία. Δεν υπάρχει εισόδημα στα νοικοκυριά πλέον για να έχουμε ποιότητα ζωής και ευημερία. Και το μόνο που έχετε είναι ανισότητες, ανισότητες, ανισότητες εις βάρος των ευάλωτων ομάδων, γιατί έτσι πλήττονται πρώτα απ όλα τα ευάλωτα νοικοκυριά και δεν μπορούν προφανώς οι πολίτες να διεκδικήσουν το όνειρό τους, που υποσχεθήκατε τάχατες στις προεκλογικές τους δεσμεύσεις με μέσο μισθό. Στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης δεν μπορεί να γίνει αυτό. Με υψηλή φορολογία και πρωτιά στην ακρίβεια, στο ρεύμα, στα διυλιστήρια αλλά και στις τράπεζες.
Το αποτέλεσμα της κυβέρνησής σας είναι οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι. Είναι μια επιλογή φτωχοποίησης, μια άδικη αναδιανομή που δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα και στη χώρα. Γιατί φεύγουν δισεκατομμύρια από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις για να πάνε στα ταμεία λίγων. Ωφελούνται λίγοι και δυστυχώς μετρημένοι στα δάχτυλα. Και αυτή την επιλογή της κυβέρνησης, θέλω να το ξεκαθαρίσω. Την ανέδειξε πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία.
Γιατί γίνονται σχετικές συζητήσεις αυτές τις μέρες; Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ανέδειξε τα υπερκέρδη στο ρεύμα πρώτα εδώ, στην ελληνική Βουλή και αναγκάστηκε ο κύριος Μητσοτάκης να συρθεί στην ανακοίνωση της φορολογίας των υπερκερδών στο ρεύμα με 90%. Και είχε προκαλέσει, τότε, αν τα βρούμε θα τα φορολογήσουμε. Τα βρήκαν τελικά, τα υπολόγισαν, τα υπολόγισαν χαμηλά για να μην τα φορολογήσουν. Αλλά είχαμε δίκιο.
Πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψε και ανέδειξε τα υπερκέρδη στα διυλιστήρια. Και παρότι κάνατε μία νομοθέτηση, πάλι συρόμενοι, για μία χρονιά. Θυμάστε τον κύριο Θεοχάρη εδώ τότε υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας που έλεγε δεν θα φορολογήσουν την επόμενη χρονιά; Και αναγκάστηκε ο κ. Τάκης, πάλι από την πίεσή μας, να τα φορολογήσει. Και ο Συριζα – Προοδευτική Συμμαχία ήταν αυτός που πρώτος έβαλε το θέμα των υπερκερδών των τραπεζών και καταθέσαμε πρόταση νόμου την 1η Μαΐου του 2024 για αυτό το θέμα.
Αλλά να ξεκαθαρίσουμε και κάτι και προς τους συναδέλφους μας του ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά μας δεν είναι μόνο στο ύψος της έκτακτης φορολόγησης. Και αυτός ο διάλογος πρέπει να γίνεται δημόσια. Ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία είναι το μόνο κόμμα που έχει καταθέσει εκτός από πρόταση έκτακτης φορολόγησης και προτάσεις για τον έλεγχο και της ρύθμισης της αγοράς, για να μη δημιουργούνται τα υπερκέρδη, για να μη φεύγουν από τα ταμεία των επιχειρήσεων και από τις τσέπες των νοικοκυριών. Και αυτό απαιτεί προφανώς και ισχυρό έλεγχο και εργαλεία ρύθμισης και δημόσιο πυλώνα, όπως θα έπρεπε να είναι παραδείγματος χάριν η ΔΕΗ για να ασκεί πολιτικές προς όφελος της κοινωνίας. Δεν έχετε μιλήσει ακόμα για αυτά; Αλλά και το δεύτερο διαφορετικό στοιχείο μας είναι ότι εμείς έχουμε καταθέσει και μία πρόταση. Τι να γίνουν οι πόροι που θα προκύψουν από την έκτακτη φορολόγηση σε όλα τα επίπεδα και στο ρεύμα και στα διυλιστήρια και στις τράπεζες; Όχι να πάνε στα κρατικά ταμεία, τα οποία έτσι και αλλιώς έχουν έσοδα. Να γίνουν βιώσιμη παραγωγή, νέες θέσεις εργασίας και νέα προϊόντα. Και αυτά είναι και τα δύο σημεία τα οποία μας διαφοροποιούν. Γιατί η αργοπορημένη πρόταση που κατατέθηκε χθες, την οποία εγώ την καλωσόρισα πριν τη διαβάσουμε λέγοντας ότι καλώς να έρθει, να υπάρχει μια πρόταση φορολόγησης, είναι ενδιαφέρουσα. Αυτός ο διάλογος βέβαια αφήνει την κυβέρνηση κωφή σε αυτά τα θέματα, αλλά δεν πειράζει, η κοινωνία καταλαβαίνει. Έχει δυστυχώς μια πολύ μεγάλη, ας το πω έτσι, υποεκτίμηση του έκτακτου φόρου. Να σας πω την αλήθεια και να μιλήσουμε έτσι καθαρά, δεν θα ιδρώσει και το αυτί τους με την πρόταση φορολόγησης που έχετε καταθέσει. Θα συνεχίσουν και του χρόνου να έχουν αυτή την αισχροκέρδεια οι τράπεζες.
Γιατί όπως και να το κάνουμε οι πρόταση που καταθέσαμε εμείς έχει δεκαπλάσια έσοδα και θα δημιουργήσει, αν θέλετε, και ένα αντικίνητρο στην αισχροκέρδεια των τραπεζών. Αλλά θέλουμε να σας προτείνουμε και κάτι ακόμα. Να συμφωνήσουμε σε ένα ταμείο εγγυοδοσίας κάτω από την ομπρέλα της Αναπτυξιακής Τράπεζας που θα χρηματοδοτεί μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη στεγαστική πολιτική για δημόσια στέγη και κοινωνική στέγη στη χώρα μας. Έτσι θα λύσουμε ένα πραγματικό πρόβλημα που η κυβέρνηση δεν το λύνει.
Και πρέπει να υπάρχει ένας τέτοιος διάλογος. Γιατί σας προτείνουμε να συζητάμε καλύτερα για προτάσεις βαθιά μεταρρυθμιστικές, που δημιουργούν οφέλη για την κοινωνία και μειώνουν τις ανισότητες; Γιατί θέλω να το πω και στην κυβέρνηση και στους τους βουλευτές της συμπολίτευσης. Απέναντι σε αυτή την κυβέρνηση εμείς έχουμε ξεκάθαρα καταθέσει μία πρόταση αντιπολίτευσης με συνεργασίες στον προοδευτικό χώρο. Για ποιον λόγο; Μα για την ανατροπή της. Για να έχουμε προοδευτικές πολιτικές προς όφελος της χώρας και της κοινωνίας. Αυτό διατυπώσαμε. Μαζί και την πρόταση δυσπιστίας που τη δουλέψαμε ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Διότι υπάρχει και θεσμική μνήμη και κοινωνική μνήμη.
Γιατί δεν μπορώ να μην σχολιάσω ότι εμάς μας ξένισε το κλίμα το οποίο βγήκε από τη χθεσινή συνάντηση του κ. Ανδρουλάκη με τον κ. Μητσοτάκη. Και θέλουμε και κάποιες απαντήσεις. Από τη μία μεριά είναι λες και οι υποκλοπές δεν έγιναν ποτέ. Λες και δεν υπήρξε το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης. Και θέλουμε πράγματι απαντήσεις σε αυτό.
Αλλά εμείς διαπιστώσαμε κάτι και καλό είναι αυτό να επιλυθεί εδώ. Διότι γίνεται δημόσιος διάλογος ότι προετοιμάζεται ή τουλάχιστον εκπέμπεται μία συναίνεση. Θέλω λοιπόν να σας πω ξεκάθαρα και ότι ζητάμε απαντήσεις για αυτά τα ζητήματα. Διότι εμείς συμφωνούμε. Προοδευτικές συνεργασίες για την ανατροπή της κυβέρνησης αυτής. Υπάρχουν περιθώρια συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση με αυτή την κυβέρνηση που δεν τα έχουμε ανακαλύψει εμείς στη δημόσια σφαίρα; Συγκεκριμένα. Προτάσεις για να ανοίγει ο διάλογος. Είναι δυνατόν να μη συζητήσουμε για ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών που υποβαθμίζει αυτή η κυβέρνηση και με επιλογή ο κύριος Μητσοτάκης και επιτίθεται ακόμα και σε πρόεδρο ανεξάρτητης αρχής;
Είναι δυνατόν να μη συζητήσουμε στον προοδευτικό χώρο και γενικότερα τον δημοκρατικό χώρο για τα δημόσια αγαθά, για το νερό στο οποίο επίσης επιτέθηκε ο κύριος Μητσοτάκης; Είναι δυνατόν να μη συζητήσουμε για την προστασία του περιβάλλοντος, γιατί έχουν βάλει στο μάτι και την αλλαγή του σχετικού άρθρου του Συντάγματος και το ξέρετε διαχρονικά; Ή να μη συζητήσουμε για τη θωράκιση της δημόσιας παιδείας που προσπαθούν και ευθέως, αλλά και από την πίσω πόρτα να έχουν καθεστώς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια εις βάρος των δημόσιων. Είναι, αν θέλετε, απλά ζητήματα που είναι κατοχυρωμένα στον κοινοβουλευτικό διάλογο. Δεν βάζουν κάτι καινούργιο. Τα έχουμε συζητήσει και πολλές φορές βρίσκουμε και κοινές διαδρομές. Αυτός ο διάλογος γίνεται δημόσια και προς όφελος της κοινωνίας και της προοδευτικής πολιτικής.
Θα μπορούσαμε να ανοίξουμε και άλλα ζητήματα. Πιθανά να βρεθούμε και να συζητήσουμε σε πολλούς χώρους, όπως για μια δημόσια πολιτική στέγης ή για άλλα δικαιώματα που πρέπει να κατοχυρωθούν μπροστά στο θέμα της ανθεκτικότητας και του κλίματος ή στα θέματα της τεχνητής νοημοσύνης και πολλά άλλα που θέλουμε να συζητήσουμε.
Αλλά αυτό που θέλω να ξεκαθαρίσω, για να κλείσω και με συγχωρείτε κύριε Πρόεδρε, είναι ότι η κοινωνία και η χώρα δεν χρειάζονται μια συναινετική και βολική αντιπολίτευση. Χρειάζονται μια ανατρεπτική αντιπολίτευση, η οποία θα φτάσει μέχρι και την ανατροπή της κυβέρνησης. Διότι έξω η κοινωνία ξέρει πάρα πολύ καλά ότι υποφέρει. Ζει μια δυστοπία και οι εργαζόμενοι πολύ περισσότερο. Και εμείς ξεκάθαρα δηλώνουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική συμμαχία θα εργαστεί, θα προσφέρει, θα υποχωρήσει, θα συζητήσει, αλλά με έναν όρο: ότι θα υπερασπιστούμε την κοινωνία απέναντι στις επιδιώξεις της κυβέρνησης. Αυτό είναι που μας ενώνει. Αυτό είναι που ζητάνε και οι πολίτες. Και χωρίς λαϊκισμούς. Χωρίς μεγάλα λόγια, με τεκμηρίωση.
Ξέρετε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία και το αποδείξαμε στα υπερκέρδη, έχει τη δυνατότητα να κάνει και καλύτερη τεκμηρίωση και καλύτερες προτάσεις νόμου. Και το έχουμε αποδείξει. Αλλά όλα αυτά θα τα βάλουμε στο επίπεδο των συνεργασιών για την ανατροπή της κυβέρνησης. Μία τέτοια ένδειξη θα περιμέναμε, παραδείγματος χάριν, και στην ψηφοφορία για την Κομισιόν. Γιατί εκεί οι βουλευτές, οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με ένα κομμάτι μεγάλο των Σοσιαλιστών, ψηφίσαμε κατά της πρότασης της Κομισιόν, της κυρίας φον ντερ Λάιεν, που περιελάμβανε και ένα μέλος της ακροδεξιάς. Πρέπει τέτοιους δρόμους να ανοίγουμε, δρόμους που δίνουν προοπτική σε κάτι που έχουμε ξεκινήσει στο Ευρωκοινοβούλιο; Που είναι η συζήτηση μεταξύ των σοσιαλιστών, των Πράσινων και των αριστερών για να υπάρχουν προοδευτικές πολιτικές προς όφελος της κοινωνίας.
Εμείς θα επιμείνουμε στις στρατηγικές μας επιλογές, ακόμα και αν δεν υπήρχε εκ μέρους σας μια σηματοδότηση του διαλόγου των προοδευτικών δυνάμεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί πιστεύουμε σε μία προοδευτική, θετική πρόταση διακυβέρνησης, που προφανώς περιλαμβάνει μια συζήτηση και ανασύνθεση ή διάλογο του προοδευτικού χώρου. Γιατί η κοινωνία ψάχνει αντιπολίτευση και ψάχνει αξιόπιστη αντιπολίτευση και θέλει να λάβει και από εμάς αξιόπιστες απαντήσεις. Είναι μια αυτοκριτική που έχουμε κάνει και παρουσιάζουμε, αν θέλετε πλέον και με την εκλογή νέας ηγεσίας, μια πρόταση διεξόδου από τα αδιέξοδα που υπήρχαν. Γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία για την κοινωνία αλλά και για το προοδευτικό μέλλον του τόπου μας η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ. Ένας ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος οφείλει να ασκεί το ρόλο και την ευθύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Γιατί αυτό, κυρίες κύριοι βουλευτές, αντιστοιχεί και στη λαϊκή ετυμηγορία.
Και θέλω να κάνω ένα σχόλιο, άσχετο μάλλον. Βλέπουμε στη Γαλλία τι προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει η ασυνέπεια απέναντι στη λαϊκή ετυμηγορία και τι προβλήματα δημιουργούνται. Σε κάθε περίπτωση, εγώ θέλω να διαβεβαιώσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι ποτέ βολική αντιπολίτευση για την κυβέρνηση. Θα είναι πάντα βολική αντιπολίτευση για την κοινωνία και για την πατρίδα μας. Σε αυτή την κατεύθυνση πιστεύω ότι πρέπει να συνεργαστούμε. Απέναντι σε μια αντιλαϊκή κυβέρνηση που πλήττει ανεπανόρθωτα την κοινωνία, γιατί κυβερνάει με το ρουσφέτι, κυβερνάει με τους ημέτερους, κυβερνάει με την προπαγάνδα, κυβερνάει και με τον αυταρχισμό και τσαλακώνει το Σύνταγμα όπου δεν τη βολεύει.
Και χρειαζόμαστε πράγματι και εμείς έναν ισχυρό και συγκροτημένο λόγο για να αποτελέσουμε έναν καταλύτη σε προοδευτικά και σημαντικά συμμαχικά σχήματα. Γιατί πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση; Και για την ανασύνθεση της προοδευτικής παράταξης. Γι’ αυτό πολλοί και πολλές ανησυχούν για το κόμμα μας και εμείς θέλουμε να τους διαβεβαιώσουμε, όσο και αν έχουν μπει λυτοί και δεμένοι, να μας συρρικνώσουν, όσο και αν έχουν ανακαλύψει διάφορα χρεοκοπημένα επιχειρήματα. Από το Μάτι έως το capital control και τα δημοψηφίσματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και αντέχει και είναι ενωμένος και είναι δυνατός και είναι παρών. Αυτό θέλω να το ξεκαθαρίσουμε. Για ποιο λόγο; Γιατί, κυρίες και κύριοι Βουλευτές; κυρία και κύριε Υπουργέ, ένα πράγμα το οποίο δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ είναι ότι δεν μπορεί κανείς να βγάλει τον ΣΥΡΙΖΑ από την ψυχή της ελληνικής κοινωνίας.
Όλοι κρινόμαστε από την ελληνική κοινωνία και είναι εμφανές πλέον, μετά την κατεδάφιση της αποδοχής της Νέας Δημοκρατίας, ότι χρειάζεται να δοθούν προοδευτικές απαντήσεις. Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι εδώ με δυναμισμό αλλά και με τεκμηρίωση. Και δεν θα κάνουμε κανένα χατίρι συναίνεσης, συνεργασιών με τη Νέα Δημοκρατία. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι και το σύστημα εξουσίας και ο κύριος Μητσοτάκης ανησυχούν ιδιαίτερα από ένα ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, δυνατό και με τεκμηρίωση.
Σε αυτή την κατεύθυνση εμείς θα συνεχίσουμε και την δημοκρατική παρουσία και την κοινοβουλευτική συνέπεια και την προγραμματική αντιπολίτευση, αλλά και τις πρωτοβουλίες για να δώσουμε απαντήσεις στην κοινωνία.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Να είστε καλά.
Το link της ομιλίας εδώ: