Κατερίνα Σακελλαροπούλου (ΠτΔ): Από τον αναστοχασμό στις μείζονες προκλήσεις του μέλλοντος – ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ «ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ 1974 – 2024: 50 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»-Γ. Γεραπετρίτης: «Ο διάλογος με την Τουρκία δεν σημαίνει εξ ορισμού ότι θα υπάρχουν υποχωρήσεις»-Προκόπης Παυλόπουλος: «Η Ελλάδα διεκδικεί το μέγιστο που της αναλογεί»-Γ. Παπανδρέου: Η  ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. αποτελεί σημείο καμπής, καθιστώντας τη χώρα μας πρωταγωνιστή στην παγκόσμια «σκακιέρα»-Α. Παπαδοπούλου(Υφ. Εξωτερικών, Πρέσβης): Από την προβλεψιμότητα στις καταιγιστικές αλλαγές της σύγχρονης διπλωματίας

Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2024 – Μία σύντομη ανασκόπηση της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας τα τελευταία 50 χρόνια, στρέφοντας παράλληλα το βλέμμα της στο μέλλον, έκανε η Α.Ε. Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», που πραγματοποιείται στις 12 και 13 Δεκεμβρίου. 

Αφού υπογράμμισε ότι «η παρουσία μας στην Ε.Ε., υπήρξε μία αλλαγή παραδείγματος στην σύγχρονη ιστορία μας», η Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε αποτίμηση της μεταπολίτευσης, χαρακτηρίζοντάς την «μακρά περίοδο ομαλότητας για τη χώρα». Σημείωσε, δε, καθοριστικούς σταθμούς, όπως την εδραίωση της Ελλάδας στα κράτη της Ευρώπης και την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. υπό την ελληνική προεδρία. Ως «τραύμα ανοιχτό» περιέγραψε την παράνομη τουρκική κατοχή στην Κύπρο, ενώ χαρακτήρισε την Ελλάδα ως δύναμη περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας. 

Επεσήμανε την προσήλωση της χώρας στον διάλογο με την Τουρκία, διαβεβαιώνοντας ότι «ουδέποτε αποδεχθήκαμε αναθεωρητικά δόγματα» και «η εθνική κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα ποτέ δεν τέθηκαν και δεν θα τεθούν υπό διαπραγμάτευση». Η ίδια σχολίασε ότι «η καταδίκη της ρωσικής εισβολής και η υποστήριξη της εδαφικής κυριαρχίας της Ουκρανίας, έδειξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στη σωστή πλευρά της ιστορίας». Υπογράμμισε επίσης ότι η εξωτερική πολιτική απαιτεί μείζονες συναινέσεις στο εσωτερικό και συνέργειες στο εξωτερικό, ιδίως σε μια εποχή μεταβατική και ασταθή, «με ρυθμούς που μας υπερβαίνουν πολλές φορές», καθώς, «κανένα κράτος δεν μπορεί από μόνο του να απαντήσει σε απειλές που θέτουν σε δοκιμασία τις σταθερές μας».

«Ανοίγοντας» το συνέδριο, ο κ. Συμεών Γ. Τσομώκος, Πρόεδρος και Ιδρυτής του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, ανέδειξε τη σημασία της δημιουργικότητας και της πολυδιάστατης προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική, επισημαίνοντας ότι «η εθνική μας γραμμή έχει κοινές συνισταμένες που οφείλονται στην παρουσία μας στην Ε.Ε.».

Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς, Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων και καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, χαρακτήρισε το συνέδριο ιστορικό. Επεσήμανε πως «η ιδέα του συνεδρίου γεννήθηκε για να αναστοχαστούμε τη 50ετία της μεταπολίτευσης και να κωδικοποιήσουμε την εθνική πολιτική ασφάλειας».

Ο κ. Γιάννης Πρετεντέρης, Εκδότης της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ, μίλησε για το πώς η εξωτερική πολιτική της μεταπολίτευσης αποτελεί ένα «success story», προσκαλώντας σε αναστοχασμό για το μέλλον, με τη χαρακτηριστική φράση του Χρήστου Λαμπράκη ότι «η εξωτερική πολιτική ανοίγει το παράθυρο στον κόσμο».

Το συνέδριο  «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» οργανώνεται από το Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων, το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών και την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση καθώς και το αναλυτικό πρόγραμμα και για τις δύο ημέρες μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ

Μπορείτε να παρακολουθήσετε ζωντανά τις εργασίες του συνεδρίου μέσω του site της εφημερίδας «Το Βήμα» (ΕΔΩ), του ξενόγλωσσου site (ΕΔΩ), καθώς και από το επίσημο κανάλι στο YouTube του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, πατώντας ΕΔΩ

ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ «ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ 1974 – 2024: 50 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»

Αθήνα, 12.12.2024

Με χαρά παρευρίσκομαι στο συνέδριο που διοργανώνουν το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, το Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων και Το Βήμα, με θέμα «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 χρόνια ελληνική εξωτερική πολιτική». Η αποτίμηση της Μεταπολίτευσης, μιας μακράς περιόδου πρωτόγνωρης ομαλότητας για τη χώρα μας, περιλαμβάνει τους πιο σημαντικούς σταθμούς στην εξωτερική μας πολιτική. Σταθμοί που αποδείχθηκαν καθοριστικοί και για την εσωτερική πολιτική και την κοινωνία μας, καθώς η θέση της Ελλάδας εδραιώθηκε ανάμεσα στα προηγμένα κράτη της Ευρώπης.

Ιδρυτική στιγμή της Μεταπολίτευσης συνιστά μια εθνική τραγωδία, το πιο βαθύ τραύμα του ελληνισμού, που παραμένει ανοικτό. Η παράνομη τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο μας θυμίζει με επώδυνο τρόπο την ευθύνη και το χρέος μας για τη λύση του Κυπριακού ζητήματος, στη βάση των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ελλάδα και Κύπρος παραμένουν σταθερά προσηλωμένες σε αυτή την κατεύθυνση, δίχως καμία υποχώρηση στην κυριαρχία και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

Το σπουδαιότερο και πιο επιδραστικό επίτευγμα της χώρας μας στη Μεταπολίτευση υπήρξε η ένταξη στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση και, ακολούθως, στην Ευρωζώνη. Η συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν αποτελεί απλώς ορόσημο για την εξωτερική μας πολιτική και τις διεθνείς μας σχέσεις. Στην πραγματικότητα καθόρισε, όσο κανένα άλλο γεγονός, και άλλαξε την καθημερινή ζωή των Ελλήνων, συνέβαλε αποφασιστικά στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την εμπέδωση του αλληλένδετου χαρακτήρα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής ταυτότητας. Υπήρξε μια αλλαγή παραδείγματος στη σύγχρονη ιστορία μας, καθώς εδραίωσε τον πολιτικό, κοινωνικό και αξιακό μας ορίζοντα. Η Ευρώπη δεν νοείται δίχως την Ελλάδα και η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο μέρος της, όχι μόνο ιστορικά, αλλά και ενεργά, ως ισότιμος εταίρος και πυλώνας της Ένωσης στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η χώρα μας σφυρηλάτησε αυτές τις δεκαετίες τις συμμαχίες της με συνέπεια και συνοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ, μετά την επάνοδό της στο στρατιωτικό του σκέλος, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και σε άλλα διεθνή όργανα. Κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, η Ελλάδα εξελέγη δύο φορές μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στις σημαντικότερες διεθνές συμβάσεις, όπως η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και τα Σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών περί προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πετύχαμε, με επιμονή και σχέδιο, πολλά, με κορυφαία στιγμή για τα εθνικά μας συμφέροντα την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, υπό την ελληνική προεδρία.

Η εξωτερική πολιτική της χώρας μας υπαγορεύτηκε τόσο από τον ρεαλισμό και τη συνειδητοποίηση των κρίσιμων γεωπολιτικών και στρατηγικών στοιχημάτων, όσο και από την αταλάντευτη προσήλωση στην υπεράσπιση των θεμελιωδών αξιών του πολιτισμού μας και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Με αυτή την πυξίδα, η Ελλάδα κατέστη δύναμη περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή και παρέχει υποστήριξη στην ευρωπαϊκή πορεία των βαλκανικών κρατών, σύμφωνα με το ενωσιακό πλαίσιο, την αρχή της αιρεσιμότητας και την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων. Η καταδίκη της ρωσικής εισβολής και η υποστήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας επιβεβαίωσε για ακόμη μια φορά πως η Ελλάδα τηρεί απαρέγκλιτα στάση αρχών, ευρισκόμενη αδιάλειπτα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Ως εκ τούτου, αποδοκιμάζει αταλάντευτα την παράνομη επιθετικότητα, οποιαδήποτε απόπειρα αμφισβήτησης των συνόρων και κάθε αναθεωρητική τάση.

Η Ελλάδα επεδίωξε σταθερά, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου, σχέσεις καλής γειτονίας με όλες τις χώρες της περιοχής μας. Παρά τις κατά καιρούς κρίσεις και προκλήσεις από την πλευρά της Τουρκίας, η χώρα μας επέδειξε ειλικρινή προσήλωση στον διάλογο, ως μέσο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και την οικοδόμηση ενός μέλλοντος ειρήνης και ευημερίας για τους δύο λαούς. Το διεθνές δίκαιο, άλλωστε, όπως και οι θεσμοί της διεθνούς δικαιοταξίας, δεν είναι το καταφύγιο των αδυνάτων, όπως ορισμένοι διατείνονται, αλλά αντίθετα η προσφορότερη μέθοδος που επιλέγουν ώριμες και ισχυρές δημοκρατίες, όπως η Ελλάδα, για την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών στις διεθνείς τους σχέσεις. Ταυτόχρονα, ουδέποτε αποδεχθήκαμε επικίνδυνα αναθεωρητικά δόγματα, απειλές χρήσεως βίας ή παράνομα τετελεσμένα επί του εδάφους. Η εθνική κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ποτέ δεν τέθηκαν και δεν πρόκειται να τεθούν υπό διαπραγμάτευση.

Κυρίες και κύριοι,

Η επιστροφή στο παρελθόν και ο επετειακός απολογισμός είναι μια ευκαιρία για αναστοχασμό. Η μεταπολιτευτική μας εμπειρία, έντονη και βιωμένη, λειτουργεί ως βάση για να σκεφτούμε σήμερα το μέλλον μας σε μια επισφαλή και ρευστή συγκυρία. Η θεσμική και αξιακή παρακαταθήκη των 50 ετών είναι το πολύτιμο εφόδιό μας για να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες προκλήσεις. Η ευθύνη απέναντι στην πατρίδα μας, η φροντίδα και η αλληλεγγύη για τις παρούσες και τις μελλοντικές γενιές, στις οποίες λογοδοτούμε, προϋποθέτει συνεχή εγρήγορση, αυτοπεποίθηση και συντονισμένη με τους εταίρους μας δράση απέναντι στις μείζονες κρίσεις του καιρού μας. Η πολιτική, στο εσωτερικό και διεθνώς, ανάγεται ολοένα και περισσότερο σε μια πολυδιάστατη και πολυπρισματική άσκηση, που συναρτάται με τα πιο κρίσιμα πεδία για τη διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Προϋποθέτει ανάληψη πρωτοβουλιών και σχεδιασμό διεθνών πολιτικών για τη διαφύλαξη των συνόρων, με σεβασμό στο ανθρωπιστικό δίκαιο, την προστασία του περιβάλλοντος απέναντι στην καταστροφική κλιματική αλλαγή, και της δημόσιας υγείας ενόψει ενδεχόμενων νέων πανδημιών, την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και των πολλαπλών επιπτώσεών της, ιδίως για τους πιο ευάλωτους. Αφορά εν τέλει τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και την ποιότητα της δημοκρατικής μας συνύπαρξης, πολιτικής και κοινωνικής. Την ανάσχεση της πεποίθησης πολλών στην Ευρώπη ότι έχουμε περάσει ανεπιστρεπτί σε μια περίοδο οπισθοδρόμησης.

Ζούμε σε μια εποχή μεταβατική και ασταθή, με γεγονότα ανατρεπτικά και ρυθμούς που πολλές φορές μας υπερβαίνουν. Το μήνυμά της, όμως, είναι καθαρό, άμεσο και επείγον: κανένα κράτος δεν μπορεί από μόνο του να απαντήσει στις συνεχείς και πολλαπλές απειλές. Αυτές ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα και επιδρούν οριζόντια στις κοινωνίες μας, καθώς θέτουν σε δοκιμασία τις βασικές μας σταθερές. Η εξωτερική πολιτική και η διαχείριση των εθνικών θεμάτων απαιτεί μείζονες συναινέσεις στο εσωτερικό, μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες, και συνέργειες στο εξωτερικό. Οι εθνικές μας επιτυχίες αυτό καταδεικνύουν και μας διδάσκουν. Από την ενότητα, τη σύμπνοια και την αγαστή συνεργασία αντλούν η Ελλάδα και η Ευρώπη σήμερα τη δύναμη και την πίστη τους για την ειρήνη, την πρόοδο και την ευημερία.

Γ. Γεραπετρίτης: «Ο διάλογος με την Τουρκία δεν σημαίνει εξ ορισμού ότι θα υπάρχουν υποχωρήσεις»

Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2024 – Ζωηρή και έντονη ήταν η συζήτηση για τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», που πραγματοποιείται 12 και 13 Δεκεμβρίου.

Στο πάνελ συμμετείχαν ο Υπουργός Εξωτερικών, κ. Γιώργος Γεραπετρίτης, ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης της Ελλάδας και Υπουργός Εξωτερικών (2013-2015), κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Υπουργός Εξωτερικών (2015-2018), κ. Νίκος Κοτζιάς. Ο συντονιστής της συζήτησης, αρθρογράφος στο «Βήμα», κ. Γιάννης Καρτάλης, επισήμανε ότι πρόκειται για σπάνια ευκαιρία να παρευρίσκονται υπουργοί Εξωτερικών από τα τρία κόμματα που κυβέρνησαν την Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια.

Ξεκινώντας, ο Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι, «η Ελλάδα έχει αποκτήσει διπλωματικό αποτύπωμα και έχει έναν διεθνή ρόλο στον καθορισμό της αρχιτεκτονικής της διεθνούς ασφάλειας», σημειώνοντας ότι η χώρα μας, σε λίγες ημέρες, γίνεται μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. 

Επίσης, επισήμανε ότι, δίνοντας έμφαση στο διεθνές δίκαιο και χάρη στην πολιτική αρχών που ασκεί, η Ελλάδα έχει καταφέρει να κερδίσει την εκτίμηση. «Ακόμα και στα πεδία των συρράξεων, έχουμε κερδίσει τον σεβασμό των διεθνών δρώντων – και με το Ισραήλ και με τον αραβικό κόσμο. Έχουμε ισχυρούς συμμάχους που εκτιμούν τη στάση αρχών που τηρούμε». Όπως είπε, «δεν μπορούμε ως χώρα να είμαστε συναλλακτικοί, αλλά πιστοί στις αρχές μας» και πρόσθεσε πως «το διεθνές δίκαιο είναι η προμετωπίδα της εξωτερικής μας πολιτικής, δεν υπάρχει φοβικό σύνδρομο για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Όχι μόνο αυτό, αλλά χάρη στην ισχυρή θέση της Ελλάδας, είμαστε αποφασισμένοι για βήματα μπροστά».

Αναφερόμενος στο Κυπριακό, υπογράμμισε ότι, «συν τω χρόνω και μετά το Γκραν Μοντανά, είχε περιέλθει σε μία ακινησία. Χάρη στις συντονισμένες ενέργειες της ελληνικής διπλωματίας και τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, έχουμε καταφέρει να επανεκκινήσουμε τη διαδικασία για την επίλυσή του. Λύση δύο κρατών δεν μπορεί να υπάρχει, καθώς αντιβαίνει το πλαίσιο που έχει υιοθετήσει ο ΟΗΕ μέσω των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το πλαίσιο δεν μπορεί να είναι άλλο πέραν αυτού που καθορίζει ο ΟΗΕ».

Αναφορικά με τον διάλογο με την Τουρκία, τόνισε ότι «δεν σημαίνει εξ ορισμού ότι θα υπάρχουν υποχωρήσεις», ενώ συμπλήρωσε ότι «η απάντηση είναι μία: θα χτίσουμε μία σχέση καλής γειτονίας με την Τουρκία, μόνο αν έχουμε την καλή προαίρεση να προχωρήσουμε μαζί. Μπορούμε να χτίσουμε τα σημεία που μας ενώνουν, κι έχουμε κάνει σημαντικά βήματα».

Ο κ. Γεραπετρίτης συνέχισε αναφέροντας πως «ο διάλογος είναι το μέσο της λύσης. Η φενάκη ότι τα προβλήματα μπορούν να λύνονται χωρίς διάλογο, δεν μπορεί να ισχύσει. Έχουμε μεγάλες προκλήσεις, κοινές για όλους. Η Ελλάδα με ισχύ, αυτοπεποίθηση και φρόνηση, θα προχωρήσει δυναμικά».

Ο ίδιος, απαντώντας κατόπιν σε αιχμές που άφησε ο κ. Κοτζιάς, είπε ότι «η ελληνική κυβέρνηση δεν ετεροκαθορίζεται. Η Ελλάδα δεν είναι ο αδύναμος και ειδικά σήμερα. Πρέπει να εξετάζουμε στη διπλωματία όλα τα δυνατά σενάρια, γιατί ο χρόνος έχει συντμηθεί. Κεφάλαιο θα μας φέρει η γνήσια διπλωματική προετοιμασία». Όπως υπογράμμισε, «ο πολίτης θέλει ασφάλεια, σε έναν κόσμο με κρίσεις, θέλει μία κυβέρνηση που να του προσφέρει σταθερότητα. Ας ακούσουμε λοιπόν τον κόσμο».

Στη συνέχεια πήρε τον λόγο ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης της Ελλάδας και Υπουργός Εξωτερικών (2013-2015). Όπως σημείωσε, «τα 50 χρόνια της μεταπολίτευσης είναι μια πετυχημένη ιστορία για τη χώρα. Η εξωτερική πολιτική μακροσκοπικά είναι ένα success story. Η περίοδος Ερντογάν δεν έχει προσφέρει ένα νέο επεισόδιο, έχουμε όμως διολίσθηση στον κατάλογο των μονομερών διεκδικήσεων. Η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, έχει επενδύσει στην ελληνοαμερικανική σχέση, όμως τα προβλήματα είναι πολύπλοκα και πρέπει να λάβουμε υπόψη πολλές παραμέτρους». Κατόπιν ανέλυσε τη σημασία της συνέχειας στην ελληνική εξωτερική πολιτική, λέγοντας ότι «η Ελλάδα κατάφερε, παρά τις αλλαγές κυβερνήσεων, να διατηρήσει έναν σταθερό στρατηγικό προσανατολισμό». 

Ο κ. Βενιζέλος δήλωσε ότι «η πολιτική μας είναι ευκρινής, σταθερή και συναινετική αυτά τα 50 χρόνια. Η πολιτική αυτή συγκροτήθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ένας είναι η συνέχεια του άλλου» και συνέχισε υπογραμμίζοντας ότι «τα νέα συμφραζόμενα είναι ασαφή: δεν ξέρουμε τι θα γίνει μετά την εκλογή Τραμπ, τι θα γίνει στο ΝΑΤΟ και να δούμε κατόπιν πώς διαμορφώνεται ο ρόλος της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή».

Αναφερθείς στο Κυπριακό, είπε ότι μολονότι τα πράγματα είναι επίμονα και σταθερά, «έχουμε κι ένα κεκτημένο, που είναι η αναγνώριση της αυτοδιάθεσης διά δημοψηφίσματος». Για τα Ελληνοτουρκικά, σημείωσε ότι «έχουμε αποφύγει τα μείζονα επεισόδια αυτή την περίοδο, αλλά έχει διευρυνθεί ο κατάλογος των μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων».

Κατέληξε στην αρχική του εισήγηση, «δεν είμαστε αμέριμνοι χρονικά και χωρίς τη χρονική παράμετρο δεν υπάρχει εξωτερική πολιτική, σημασία έχει και η συνείδηση της ιστορίας, που πάει πέραν από τις γενικολογίες. Ο ιστορικός χρόνος κυλάει πιο γρήγορα, έχει πυκνωθεί, άρα πρέπει να μιλήσουμε με άλλους όρους». Στη συνέχεια, έθεσε το ερώτημα για το «τι Τουρκία προτιμούμε;» και απάντησε, «μία Τουρκία δυτική και νατοϊκή; ή μία Τουρκία που κόβει τα δεσμά με τη Δύση; η απάντηση είναι εύκολη. Προτιμάμε μία Τουρκία εντός δυτικών ορίων, που θεωρεί ότι πρέπει να κινείται εντός των δυτικοκεντρικών διεθνών οργανισμών». Επίσης, προσέθεσε, «για μας το μόνο θέμα ασφάλειας είναι τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό. Για την Τουρκία δεν είναι καν το μείζον θέμα, έχει άλλα πιο σημαντικά», πρόσθεσε.

Σχολιάζοντας το γεγονός ότι στη διάρκεια του πάνελ ανέβηκαν οι τόνοι, είπε ότι «η συζήτηση αυτή είναι θετική και με προοπτική, διότι υπάρχει συμφωνία σε όλους τους στρατηγικούς στόχους». Επισήμανε καταληκτικά ότι «τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι ταυτοτικού χαρακτήρα» και υπογράμμισε εμφατικά τον κίνδυνο του ισοπεδωτικού λαϊκισμού, που «χρησιμοποιεί ως όχημα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής για να δημιουργήσει προβλήματα ομαλής λειτουργίας της δημοκρατίας».

Τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο, διαδέχτηκε ο κ. Νίκος Κοτζιάς, Υπουργός Εξωτερικών (2015-2018), ο οποίος ξεκινώντας την ομιλία του δήλωσε ότι «ζούμε σε περίοδο μεγάλων κρίσεων όπως είναι το Ουκρανικό, η Βοσνία, η Μέση Ανατολή, με μία σύγκρουση που φαίνεται να επεκτείνεται. Η Τουρκία εμφανίζεται ότι έχει δυναμώσει γεωπολιτικά, αλλά και διπλωματικά. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα να παρακαλέσω τους κυβερνώντες να επανέλθουν στις πρωτοβουλίες, με την τριμερή με την Παλαιστίνη και την Ιορδανία. Θα ήταν χρήσιμες αυτές οι πρωτοβουλίες, για να έχει η Ελλάδα έναν ρόλο διαπραγματευτή». Συνεχίζοντας, ανέφερε πως «ο ρόλος της Τουρκίας μεγαλώνει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουμε διάλογο μαζί της. Κάθε διάλογος που δεν γίνεται, που παγώνει, μεγαλώνει τη δυσπιστία». Επιπλέον, έθεσε το ερώτημα αν πρέπει να πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. «Η σημερινή διπλωματία δεν αξιοποιεί εμπειρίες που έχουμε», σημείωσε, λέγοντας ότι «πρέπει να θέσουμε όρους, δεν μπορούμε να πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με το casus belli να παραμένει. Χρειάζεται να ικανοποιήσουμε προϋποθέσεις».

Ο ίδιος αναφέρθηκε σε τέσσερις στρατηγικές που ακολουθεί η Τουρκία. «Η πρώτη είναι η αναθεωρητική – πολλά αιτήματα της είναι πρωτοφανή, πολλά τα ζητά στο όνομα των δικαιωμάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το δεύτερο είναι ότι θέλει να δημιουργήσει ένα σχήμα, ότι η Τουρκία είναι ο μεγάλος και η Ελλάδα ο μικρός συνομιλητής. Το τρίτο που κάνει εδώ και καιρό η Τουρκία είναι η «φινλανδοποίηση» της Ελλάδας – η Τουρκία έχει την αντίληψη ότι για να ασκήσουμε τα δικαιώματα θα πρέπει να γίνονται αυτά αποδεκτά από εκείνους. Και το τέταρτο είναι ότι επιχειρεί να μας οδηγήσει σε μία υποχωρητικότητα».  

Ο κ. Κοτζιάς, αναφερόμενος στο Κυπριακό, υπογράμμισε την ανάγκη διατήρησης της επιτυχίας του Γκραν Μοντανά, επισημαίνοντας ωστόσο ότι πρέπει να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ λύσης και ρύθμισης νομιμοποίησης μιας σχέσης. «Πολλές από τις ευκαιρίες τις απέρριψαν οι Τούρκοι, και πολλές ήταν ρυθμίσεις και όχι λύσεις», δήλωσε, προσθέτοντας ότι κάτω από την θεωρία των «χαμένων ευκαιριών» παραβλέπουμε θεμελιώδη ζητήματα, όπως η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και η καλύτερη διευθέτηση της ΑΟΖ σε σχέση με την Ελλάδα.

Στη συνέχεια, εξέφρασε την αισιοδοξία του για το μέλλον, αν και σημείωσε ότι η κυβέρνηση πρέπει να προσέξει και να αποφύγει τις βιαστικές αξιολογήσεις και κριτικές. «Πρέπει να υπάρξει πιο ουσιαστική μελέτη για τα ζητήματα», τόνισε, προσθέτοντας ότι είχε κάνει συγκεκριμένες προτάσεις στην κυβέρνηση για πρακτικές ενέργειες.

Τέλος, ανέφερε ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας είναι πιο αυτονομημένη λόγω της αυταρχικότητας του καθεστώτος, ενώ η δική μας εξωτερική πολιτική επηρεάζεται από το δημοκρατικό περιβάλλον και δίνει μεγαλύτερη σημασία στο εσωτερικό.

Προκόπης Παυλόπουλος: «Η Ελλάδα διεκδικεί το μέγιστο που της αναλογεί»

Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2024 – Για τον ελληνοτουρκικό διάλογο και τη σχέση της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα έκανε λόγο ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας (2015-2020), μιλώντας στο συνέδριο «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», που πραγματοποιείται 12 και 13 Δεκεμβρίου. Τη συζήτηση συντόνισε ο κ. Άγγελος Κωβαίος, Πολιτικός Συντάκτης στο «ΒΗΜΑ». 

Σε σχέση με τον ελληνοτουρκικό διάλογο, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας τόνισε ότι πρέπει να συζητάμε, υπερασπιζόμενοι τις θέσεις μας για να αποδεικνύουμε στη διεθνή κοινότητα ποια είναι η πραγματική Τουρκία, σημειώνοντας ότι υπάρχουν δυσκολίες στη συνεννόηση με τη γειτονική χώρα, αφού δεν θεωρεί το διεθνές δίκαιο δεσμευτικό.

Ο κ. Παυλόπουλος ανέλυσε τους τρεις στόχους της Άγκυρας: ένα είδος επικυριαρχίας στο σύνολο της Κύπρου, συγκυριαρχία στο Αιγαίο (ένα είδος διχοτόμησης με βάση τον 25ο μεσημβρινό) και δημιουργία συνθηκών αυτονόμησης στην ελληνική Θράκη (εκεί αποβλέπει η έννοια της «τουρκικής μειονότητας»).

Σε ερώτηση του κ. Κωβαίου, αν η Ελλάδα θα μπορούσε να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια νότια της Κρήτης, ο πρώην Πρόεδρος απάντησε ότι έπρεπε να το έχουμε κάνει ήδη ως άμεση απάντηση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. «Μια διαδικασία που δεν χρειάζεται πάνω από ένα μήνα», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Παυλόπουλος παραδέχθηκε ότι όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν μη εσκεμμένες αστοχίες στην εξωτερική μας πολιτική, φέρνοντας ως παράδειγμα τη φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε το 1997 στο περιθώριο συνόδου του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, τόνισε ότι δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο πατριώτες. «Αυτό που μας λείπει είναι η συνέχεια στην πολιτική μας. Βάζουμε πολλές φορές την εξωτερική πολιτική στην προκρούστεια κλίνη των πολιτικών διαφορών, αλλά η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης», σχολίασε.

Σχετικά με τις δικές μας διεκδικήσεις, ανέφερε ότι διεκδικούμε το μέγιστο που μας αναλογεί και περιέγραψε τα «αδύναμα» σημεία της Άγκυρας, λέγοντας ότι υπογράφει συμφωνίες που δεν εφαρμόζει (συνθήκη της Λωζάνης), καταρτίζει ανυπόστατες συμφωνίες (τουρκολιβυκό μνημόνιο) και δεν προσχωρεί σε συμβάσεις παγκόσμιας εμβέλειας (σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας), τονίζοντας ότι η πολιτική της είναι γεμάτη αντιφάσεις.

Επίσης, χαρακτήρισε την εξωτερική μας πολιτική αυτόνομη, σημειώνοντας ότι η φύση της αυτονομίας της καλύπτει ιδανικά το Κυπριακό. «Η ελληνική εξωτερική πολιτική, ιδίως μετά το 1974, βασίζεται διαχρονικώς στο Δόγμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, το ‘Ανήκομεν εις τη Δύσιν’», εξήγησε ο κ. Παυλόπουλος, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν ζητά τίποτα από κανέναν, πέρα από την εφαρμογή του διεθνούς Δικαίου. «Από την ημέρα που έγινε η εισβολή ζούμε την βάρβαρη κατοχή του 1/3 του εδάφους από την Τουρκία χωρίς να υπάρχει η παραμικρή αντίδραση», υπογράμμισε. Μάλιστα, χαρακτήρισε παράδειγμα προς αποφυγή την ιδεολογία του Ερντογάν περί Γαλάζιας Πατρίδας, σημειώνοντας πως εμείς δεν παρασυρόμαστε από αυτές.

Τέλος, για τις εξελίξεις στη Συρία, είπε ότι, αν δημιουργηθούν νέα κράτη και αλλάξουν τα σύνορα, τότε θα είμαστε μπροστά σε μια αλλαγή αντιμετώπισης των διεθνών συνθηκών, καθώς με τη γείτονα χώρα, αυτό μπορεί να ενέχει κινδύνους για το μέλλον.

Γ. Παπανδρέου: Η  ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. αποτελεί σημείο καμπής, καθιστώντας τη χώρα μας πρωταγωνιστή στην παγκόσμια «σκακιέρα»

Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2024 – Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημείο καμπής, καθιστώντας τη χώρα μας πρωταγωνιστή στην παγκόσμια «σκακιέρα», τόνισε ο πρώην πρωθυπουργός, κ. Γιώργος Παπανδρέου, κατά την ομιλία του στο πλαίσιο του συνεδρίου «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», που πραγματοποιείται στις 12 και 13 Δεκεμβρίου, υπογραμμίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική είναι μία πράξη ευθύνης βαθιά συνδεδεμένη με το αφήγημα κάθε λαού, που εδράζεται σε ιστορικές εμπειρίες, οι οποίες διαμορφώνουν την ταυτότητα ενός έθνους.  

Κάθε κράτος καλείται μέσα από αυτή την διαδικασία να χαράξει την πολιτική του, εξήγησε. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Παπανδρέου: «η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος στην Ελλάδα  ξεκινά με ανοιχτές «πληγές» τραυμάτων για τον ελληνικό λαό: με το πραξικόπημα του 1967, την κατάργηση δημοκρατικών διαδικασιών και τελικά στον διαμελισμό της Κύπρου. Για το ΠΑΣΟΚ, η Μεταπολίτευση δεν αποτελεί το τέλος μιας παρένθεσης, αλλά την αρχή ενός νέου αγώνα για την απεξάρτηση από ξένες επιρροές, για την εμβάθυνση της Δημοκρατίας και την κοινωνική απελευθέρωση. Αποτελεί την αφετηρία μιας πορείας να πάρουμε οι Έλληνες της χώρας και οι Έλληνες της Διασποράς τη μοίρα μας στα χέρια μας». 

Παράλληλα, σημείωσε ότι η Μεταπολίτευση «είναι η αφετηρία για την απεξάρτηση από ένα status quo, με τη συμμετοχή σε διεθνή προοδευτικά κινήματα και την ανάπτυξη συμμαχιών που βελτίωσαν τη σχέση της Ελλάδας με τον κόσμο. Η Δημοκρατία και η ειρήνη δεν είναι μόνο αρχές, αλλά ζωτικές προϋποθέσεις για την ασφάλεια και την ευημερία του ελληνικού λαού. Η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έθεσε τις βάσεις για μια αυτοδύναμη, ισχυρή Ελλάδα και για μια δικαιότερη θέση της χώρας μας στον κόσμο».

Ο κ. Παπανδρέου πρόσθεσε ότι, για τη Νέα Δημοκρατία, η Μεταπολίτευση είναι πρωτίστως η Αποκατάσταση της Δημοκρατίας και η επιστροφή στην οικογένεια της Ευρώπης με την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ, «με τη Δικτατορία να αποτελεί ένα κακό διάλειμμα στην πορεία της χώρας».

Όπως υπογράμμισε, στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα παρατηρούνται διαφορές πολιτικών ρευμάτων.  «Από τη μία, το ρεύμα που υποστηρίζει την πελατειακή σχέση και αναζητά έναν προστάτη (άλλοτε Γάλλο, Άγγλο ή παλαιότερα Ρώσο), που αναζητά την υποταγή σε έναν ηγέτη. Αυτή η αντίληψη επικρατεί ακόμη σε αρκετά βαλκανικά κράτη. Το άλλο ρεύμα, που υποστηρίζει το ΠΑΣΟΚ, αναζητά την απελευθέρωση, την αμφισβήτηση του κατεστημένου».

Οι Αρχές που υποστήριξε διαχρονικά το ΠΑΣΟΚ, όπως τόνισε ο κ. Παπανδρέου, χωρίζονται σε τρεις περιόδους:

  1.  Την εποχή του Ψυχρού  Πολέμου, όπου το γεγονός ότι η Ελλάδα ανήκε στο ΝΑΤΟ δεν εγγυήθηκε την ασφάλεια όπως έδειξε η Δικτατορία και η περιπέτεια της Κύπρου. Τότε το ΠΑΣΟΚ, υπογράμμισε ο πρώην πρωθυπουργός, υποστήριξε την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, της αυτονομίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, την ενίσχυση των σχέσεων με Αραβικούς λαούς, μετείχε στο Παγκόσμιο κίνημα των 6 για απεξάρτηση από πυρηνικά και διατήρησε μία κριτική στάση απέναντι στην τότε ΕΟΚ, ενώ προήγαγε την ενεργή διεκδίκηση και όχι την αποστασιοποίηση της χώρας, μέσω προγραμμάτων που εξασφάλισαν σημαντικούς πόρους για την χώρα, αλλά και με άλλες τολμηρές πρωτοβουλίες.
  2.  «Μετά τη πτώση του τείχους του Βερολίνου, ανοίχτηκαν μεγαλύτερες προοπτικές για την Ελλάδα» σχολίασε. Όπως ανέφερε ο κ. Παπανδρέου, σημαντική ήταν η επίσκεψη του τότε προέδρου των ΗΠΑ, κ. Μπιλ Κλίντον στη χώρα μας, μία επίσκεψη που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της χώρας μας καθώς ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ είπαν δημόσια συγγνώμη στον Ελληνικό λαό για την συμμετοχή τους στη Δικτατορία.
  3.  Η τρίτη περίοδος, σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό, χαρακτηρίζεται από την εξομάλυνση των σχέσεων  με τις ΗΠΑ, με την αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας, την αποκατάσταση εμπιστοσύνης, που «άνοιξε» τον δρόμο συνεργασίας με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό.  «Επίσης, χαρακτηρίζεται από την στρατηγική για την Ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποσύνδεση του Κυπριακού από την ευρωπαϊκή της πορεία», ανέφερε, τονίζοντας ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημείο καμπής για το νησί αλλά και για την Ελλάδα, καθιστώντας τη χώρα μας πρωταγωνιστή στην παγκόσμια «σκακιέρα».

Ο κ. Παπανδρέου επεσήμανε, επίσης, ότι η Συμφωνία του Ελσίνκι, αποτέλεσε μία νίκη της χώρας μας, καθώς εκεί η Τουρκία έχασε τον αγώνα, για ένταξή στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.

Η Ευρωπαϊκή Προεδρία  του 2003 δεν είναι το αποτέλεσμα τύχης, αλλά το αποτέλεσμα μακροχρόνιας στρατηγικής στην διπλωματία, τόνισε και πρόσθεσε: «Κινητοποιήσαμε κάθε διαθέσιμη δύναμη, από την Κοινωνία των Πολιτών, τους Έλληνες της Διασποράς, μέχρι τους επιχειρηματίες για την ενίσχυση της φιλοσοφίας μας, ώστε η Ελλάδα να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη νέα πραγματικότητα στην Ευρώπη, που μας χάρισε κύρος».

Άλλο σημείο «σταθμός», σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό, είναι οι σχέσεις της Ελλάδας -Τουρκίας, μέσα από τη «διπλωματία των σεισμών», τη διπλωματία των πολιτών, που έχτισε «γέφυρες» επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο λαούς, μέχρι και τις διερευνητικές συνομιλίες, αλλά και πολλαπλές διμερείς συνεργασίες.

Σημείωσε ότι, τα αποτελέσματα των διπλωματικών χειρισμών, ήταν να ζήσουμε για πολλά χρόνια σε «ήρεμα νερά» με την Τουρκία, τα 3 εκατομμύρια σε εμπορικές συναλλαγές να αγγίξουν τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ και η άνθηση του τουρισμού, ιδιαίτερα στο ανατολικό Αιγαίο.

«Στηρίξαμε την πρόταση για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ,  με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.  Γιναμε ειλικρινείς υποστηρικτές, όχι αρνητές της Ευρώπης. Επιπρόσθετα, η Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης 2003, για διεύρυνση της ΕΕ προς τα Δυτικά Βαλκάνια, παραμένει έως και σήμερα ενεργή δέσμευση, παρότι μόνο η Κροατία έχει μέχρι στιγμής ενταχθεί, μία δέσμευση που αποτελεί ακόμη σημείο αναφοράς για την Ευρώπη» σχολίασε.

Ιδιαίτερη σημασία, είπε, έχει η συνεισφορά της Ελλάδας για κοινή άμυνα με το άρθρο περί αμοιβαίας συνδρομής στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, η υποχρέωση της Ευρώπης να διαμορφώσει ένα Κοινό Αμυντικό δόγμα (Καστελόριζο 2003).

«Ως χώρα υπήρξαμε ακόμη πρωτοπόροι περιβαλλοντικών ζητημάτων στην διεθνή ατζέντα και εντάξαμε στην ατζέντα την πολιτιστική διπλωματία, με την επιτυχή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, προωθώντας και την ολυμπιακή εκεχειρία. Η φοβικότητα -έλλειψη πολιτικού θάρρους που χαρακτήρισαν την επόμενη ηγεσία στέρησαν την ευκαιρία για επίλυση του Κυπριακού το 2004, όταν χάθηκε μία ιστορικά ευνοϊκή συγκυρία για μία βιώσιμη λύση» ανέφερε.

Αν δεν είχε φοβηθεί η τότε πολιτική ηγεσία της Ελλάδας, η Κύπρος θα είχε απαλλαγεί από τις στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής, τόνισε, και πρόσθεσε ότι η πρόκληση από εδώ και πέρα είναι αν μπορεί η πολύ-πολικότητα του κόσμου να μετατραπεί σε ένα σύστημα πολυμερούς συνεργασίας.

«Σε μια εποχή που απαιτούνται συνεργασίες, υπάρχει η ανάδειξη ενός ανταγωνισμού και απομονωτισμού. Μπορούν κανόνες δικαίου να γίνουν σεβαστοί από όλους; Παρά τις μοναδικές ιστορίες και συμφέροντα κάθε λαού, υπάρχουν κοινές ανάγκες που μας ενώνουν. Πρέπει με πίστη να επιδιώξουμε ένα κόσμο που θα προάγει τις αξίες και τον σεβασμό» εξήγησε.

Η Ευρώπη υποτιμά τις δυνατότητές της, σχολίασε, επίσης, ο πρώην πρωθυπουργός, συμπληρώνοντας ότι είναι καιρός να αναδειχθεί νέα δύναμη και να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Η Ελλάδα παρά την κρίση, διαχειρίστηκε τη κρίση με όραμα και διεξόδους, όπως η δημιουργία ευρω-ομολόγων, όπως αυτή περιγράφεται στην έκθεση Ντράγκι, είπε.  «Η Ελλάδα απέδειξε ότι μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο, με την δημιουργία τριμερούς σχέσης Ισραήλ-Κύπρου -Ελλάδας και με τη συμμετοχή της μαζί με άλλες  25 χώρες και την Τουρκία σε συζήτηση για το Κλίμα» υποστήριξε. Όπως είπε, οι συμμαχίες και η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για αυτονομία και αυτάρκεια σε ζωτικούς τομείς, όπως η ενέργεια και η άμυνα είναι σημαντικές. «Η Μεγάλη ιδέα- μία ιδέα όχι γεωγραφική, αλλά αξιακή, να αποτελέσει ο ελληνισμός τη φωνή της σύνεσης, της δύναμης αξιών, της δημοκρατικής συμβίωσης για κοινό καλό, είναι η μόνη ρεαλιστική λύση για επιβίωση της ανθρωπότητας» σχολίασε.

Τέλος, ο κ. Παπανδρέου υποστήριξε ότι με τολμη και χωρίς φόβο, η Ελλάδα πρέπει να γίνει τόπος πολιτισμού και παιδείας σε μία εποχή που αναζητά κατεύθυνση. «Ας δώσουμε στην Ελλάδα τη θέση που της αξίζει», κατέληξε.

Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2024

Παρέμβαση Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στο Συνέδριο με τίτλο «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 χρόνια ελληνική εξωτερική πολιτική» (King George Hotel, 12.12.2024)

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Καρτάλη.

Εξοχότατη Κυρία Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας, αγαπητοί φίλοι,

Είναι σήμερα μεγάλη χαρά και τιμή να βρίσκομαι ανάμεσά σας. Και ιδιαιτέρως να βρίσκομαι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, οι οποίοι έχουν υπηρετήσει την ελληνική διπλωματία, ως Προϊστάμενοι του Υπουργείου Εξωτερικών. Και έχουν συμβάλει στο να έχουμε σήμερα ένα πολύ μεγάλο διπλωματικό κεφάλαιο. Διότι η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα, συν τω χρόνω, η Ελλάδα έχει αποκτήσει ένα πολύ ισχυρό διπλωματικό αποτύπωμα. Ένα διεθνές αποτύπωμα, το οποίο της επιτρέπει να μπορεί όχι μόνο να έχει έναν περιφερειακό ρόλο, αλλά και έναν ρόλο, ο οποίος είναι αμιγώς διεθνής. Να μπορεί να συγκαθορίζει τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας, να μπορεί να έχει λόγο και να μπορεί να επιβάλει, αν θέλετε, και τις αρχές του διεθνούς δικαίου, για τις οποίες εμείς είμαστε εξαιρετικά υπερήφανοι.

Η Ελλάδα, σε περίπου είκοσι ημέρες, αναλαμβάνει μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Βρίσκεται ήδη στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος του ΝΑΤΟ. Έχει τον πιο καίριο ρόλο στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη, ο οποίος στην πραγματικότητα αναβίωσε μετά από μία μακρά περίοδο αδράνειας. Έχει καταφέρει, χάρη ακριβώς στην εξωτερική πολιτική αρχών την οποία ασκεί, να έχει ίσο μέτρο απέναντι σε όλες τις καταστάσεις, με εμμονή στο διεθνές δίκαιο, με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, κατά τρόπο ώστε ακόμη και στα πεδία των συρράξεων να μπορούμε υπερηφάνως να πούμε ότι έχουμε κερδίσει την εκτίμηση, τον σεβασμό όλων των διεθνών δρώντων. Έχουμε καταφέρει να έχουμε μια άριστη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα να έχουμε επίσης άριστες σχέσεις με όλο τον αραβικό κόσμο. Έχουμε καταφέρει να έχουμε μεγάλες στρατηγικές συμμαχίες, την αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη στρατηγική συμμαχία με τη Γαλλία, να έχουμε αυτή τη στιγμή πολύ ισχυρούς συμμάχους, οι οποίοι εκτιμούν τη δική μας στάση, τη στάση αρχών την οποία τηρούμε. Και με αυτό το διεθνές κεφάλαιο η Ελλάδα θα συνεχίσει να πορεύεται.

Εμείς, κατά την άποψή μου, αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί, ως χώρα, δεν μπορούμε να είμαστε συναλλακτικοί. Οφείλουμε να είμαστε πιστοί στις αρχές μας. Και οι αρχές αυτές δεν μπορεί να είναι άλλες από την πλήρη, πιστή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Το διεθνές δίκαιο είναι εκείνο, το οποίο αποτελεί το μεγάλο έρεισμα των κρατών όταν θα βρεθούν σε κατάσταση κρίσης, έντασης. Και το διεθνές δίκαιο είναι αυτό, το οποίο εμείς πάντοτε θέτουμε ως προμετωπίδα της δικής μας εξωτερικής πολιτικής.

Και θέλω να πω το ακόλουθο. Και ξέρω ότι έχω δίπλα μου δύο ανθρώπους, οι οποίοι υπηρέτησαν αυτή την άποψη. Για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν υπάρχει φοβικό σύνδρομο. Εμείς δεν διεπόμεθα από τη λογική της δογματικής ακινησίας, η οποία θεωρούμε ότι με κάποιο μαγικό τρόπο θα μπορέσει να μας φέρει σε μια καλύτερη θέση. Όχι μόνο δεν έχουμε φοβικό σύνδρομο, αλλά αντιθέτως, χάρη ακριβώς στην ισχυρή θέση που έχει σήμερα η Ελλάδα στο περιφερειακό και το διεθνές στερέωμα, είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε βήματα μπροστά. Και νομίζω ότι αυτό έχει αποδειχθεί, ιδιαιτέρως τους 16 τελευταίους μήνες που έχω τη μεγάλη τιμή να προΐσταμαι του Υπουργείου Εξωτερικών σε όλα τα πεδία. Όχι μόνο επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στους διεθνείς οργανισμούς, στους οποίους έχει την τιμή να έχει ένα πολύ ισχυρό λόγο, αλλά και στα θέματα, τα οποία ήταν επί μακρόν λιμνάζοντα.

Θα αναφερθώ προφανώς πρώτα και πάνω απ’ όλα στο ζήτημα του Κυπριακού, στο οποίο ο αξιότιμος κύριος Καρτάλης αναφέρθηκε. Η πραγματικότητα είναι ότι το Κυπριακό, συν τω χρόνω και ιδίως μετά το Κραν Μοντανά, είχε περιέλθει σε μία ακινησία, η οποία ενίσχυσε και την αποτύπωση επί του εδάφους ακριβώς αυτής της αξίωσης, η οποία έχει προέλθει από την παράνομη εισβολή και κατοχή και η οποία αποτελούσε στην πραγματικότητα τη δαμόκλειο σπάθη. Χάρη και στις συντονισμένες ενέργειες της ελληνικής διπλωματίας έναντι του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, αλλά παράλληλα και χάρη στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, έχουμε καταφέρει και έχει επανεκκινήσει η διαδικασία για την επίλυση του Κυπριακού. Θέλω να είμαι σαφής. Κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί, εάν πρώτα δεν υπάρξει μία παραγωγική διαβουλευτική συζήτηση. Η συζήτηση αυτή θα πρέπει να στηρίζεται πάνω σε θεμελιώδεις αρχές. Είπε ο κύριος Καρτάλης προηγουμένως για τη θέση της Τουρκίας, η οποία αναφέρεται στη λύση των δύο κρατών. Η λύση δύο κρατών δεν μπορεί να υπάρξει. Και δεν μπορεί να υπάρξει για έναν απλούστατο λόγο. Διότι αυτή η λύση αντιβαίνει στο πλαίσιο, το οποίο ο ίδιος ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών έχει υιοθετήσει μέσω των Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ήδη, λοιπόν, εφόσον ο Γενικός Γραμματέας έχει αναλάβει, ως προσωπική του ατζέντα, το θέμα του Κυπριακού, έχοντας πρώτα διορίσει Προσωπική Απεσταλμένη, τον τελευταίο χρόνο και ήδη έχοντας εκκινήσει, υπό τη δική του σκέπη τις άμεσες συζητήσεις – επικείμενης δε της συνάντησης με διευρυμένη σύνθεση – αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι το πλαίσιο δεν μπορεί να είναι άλλο παρά το πλαίσιο, το οποίο καθορίζει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών.

Και ναι, φοβικό σύνδρομο δεν υπάρχει ούτε σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Γνωρίζω ότι υπάρχει μία άποψη, η οποία θέλει να αντιμετωπίζουμε πάντοτε με επιφύλαξη την Τουρκία. Η απάντηση σε αυτό είναι απλή. Διάλογος δεν σημαίνει εξ ορισμού ότι θα υπάρχουν υποχωρήσεις. Αντιλαμβανόμαστε κάθε μορφή συζήτησης ότι θα πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνει συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Είναι αυτό το σύνδρομο που θα έλεγε ο καθηγητής, ο κύριος Βενιζέλος, το σύνδρομο Ζυρίχης-Λονδίνου, το οποίο μας κατατρέχει, ο φόβος της στρατηγικής ήττας ή ο φόβος του πολιτικού κόστους. Η απάντηση είναι μία και είναι σαφής. Θα μπορέσουμε να χτίσουμε μία σχέση καλής γειτονίας μόνο εάν έχουμε την καλή προαίρεση να προχωρήσουμε μαζί. Χτίσαμε έναν διάλογο, ο οποίος διαφέρει σε σχέση με το παρελθόν, κατά το ότι δεν αφορά μία τεχνική αμιγώς συζήτηση, όπως συνέβαινε επί διερευνητικών επαφών, αλλά είναι ένας γνήσιος πολιτικός διάλογος. Ένας πολιτικός διάλογος, ο οποίος είναι δομημένος, στηρίζεται σε αρχές, σε πρόγραμμα, σε χρονοδιαγράμματα, σε ιδιοκτήτες αυτών των πολιτικών, όπως είναι τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, η Θετική Ατζέντα, ο Πολιτικός Διάλογος.

Δεν είπαμε και δεν θα λέγαμε ποτέ ότι από τη μια στιγμή στην άλλη επιλύσαμε όλα μας τα προβλήματα. Ούτε ότι αφιστάμεθα από τις βασικές μας θέσεις. Η ίδια η Διακήρυξη των Αθηνών της 7ης Δεκεμβρίου του 2023, ρητά αναφέρει ότι οι χώρες διατηρούν τις βασικές νομικές τους θέσεις. Εκείνο, όμως, το οποίο μπορούμε να χτίσουμε είναι τα σημεία εκείνα, τα οποία μας ενώνουν. Και θέλω να πω ότι πράγματι έχουμε κάνει πολύ σημαντικά βήματα. Γνωρίζουμε όλοι ότι το μεγάλο θέμα, στο οποίο διαφοροποιούνται οι δύο χώρες, είναι το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Είναι ένα θέμα, στο οποίο έχουμε μια θεμελιακή αφετηριακή διαφορά. Και για τον λόγο αυτό δεν είμαστε ακόμη σε θέση να προχωρήσουμε σε ουσιαστική συζήτηση. Η Ελλάδα πιστεύει ότι, με βάση το διεθνές δίκαιο, η μόνη διαφορά, η οποία μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας – και είναι η οριοθέτηση αυτή – θα μπορούσε να είναι αντικείμενο συζήτησης για τα δύο μέρη. Με τη βασική όμως παραδοχή της πλήρους εφαρμογής του διεθνούς δικαίου και της μίας και μόνης διαφοράς, που αποτελεί την εθνική μας θέση.

Θα πρέπει να σταματήσουμε, κατά την άποψή μου, να θεωρούμε ότι ο διάλογος αποτελεί πάντοτε ένα πρόσχημα. Ο διάλογος είναι το μέσο της λύσης. Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Η φενάκη του ότι τα προβλήματα μπορούν να λύονται χωρίς να υπάρχει συζήτηση, χωρίς να υπάρχει παραγωγή, χωρίς να υπάρχει σθένος, δυστυχώς στη σημερινή εποχή δεν μπορεί να ισχύσει. Το βλέπουμε καθημερινά. Τα δεδομένα αλλάζουν με μία ταχύτητα που πλέον η πολιτική σχεδόν δεν μπορεί να τα απορροφήσει.

Σήμερα συζητάμε για τη Συρία, η οποία αλλάζει γεωπολιτικά δεδομένα και ενδεχομένως να μπορέσει πιθανότατα να αλλάξει ακόμη και σύνορα σε ένα διάστημα. Μία χώρα, στην οποία έχουμε όλους τους μεγάλους διεθνείς δρώντες. Έχουμε σήμερα που μιλάμε 55 ένοπλες συρράξεις ανά τον κόσμο. Έχουμε ένα τόξο, το οποίο ξεκινά από τον Καύκασο και στην ουσία αγκαλιάζει την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Υποσαχάρια Αφρική. Έχουμε μεγάλες προκλήσεις, οι οποίες είναι κοινές για όλους. Και για τον λόγο αυτό η Ελλάδα, με ισχύ, με αυτοπεποίθηση, αλλά και με φρόνηση, θα προχωρήσει δυναμικά για να μπορέσει να επιλύσει τα μεγάλα χρονίζοντα προβλήματα.

Και θέλω να κλείσω λέγοντας ότι σήμερα, στο σημείο που έχει φτάσει η πατρίδα μας να έχει αυτές τις ισχυρές συμμαχίες, να είναι ενεργειακός κόμβος, να μπορεί να συνομιλεί με τους μεγάλους παίκτες με όρους ισότητας, είναι η μεγάλη ευκαιρία να κάνουμε το άλμα μπροστά.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Νομίζω ότι το πιο καίριο αυτή τη στιγμή και το οποίο δεν έχει γίνει αντιληπτό και δεν έχει θιγεί, είναι τι κάνουμε τώρα με τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή, όπου από παντού εμφανίζεται να ενισχύεται ο ρόλος της Τουρκίας; Αυτό θα επηρεάσει τον ελληνοτουρκικό διάλογο; Και αν ναι, πώς; Και θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τον κύριο Υπουργό. Είναι φαντάζομαι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή σε αυτόν τον συγκεκριμένο τομέα. Παρακαλώ, κύριε Γεραπετρίτη.

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Είναι ένα από τα πολλά προβλήματα. Κάθε μέρα βγαίνει και από ένα καινούριο πρόβλημα. Θα ήθελα να είμαι σαφής. Επειδή ακούστηκαν πολλά, δεν θέλω να μπούμε σε έναν διάλογο για την κατάσταση. Αλλά ο πραγματικός μελετητής της ιστορίας αντιλαμβάνεται. Και αντιλαμβάνεται ποια είναι τα απτά αποτελέσματα που έχουν παραχθεί τόσο σε ό,τι αφορά στα ελληνοτουρκικά όσο και σε ό,τι αφορά στο Κυπριακό.

Όλοι αντιλαμβάνονται ότι την τελευταία πενταετία υπήρξε η επέκταση των χωρικών υδάτων έως το ακρωτήριο Ταίναρο. Την τελευταία πενταετία υπήρξε η συμφωνία με την Ιταλία. Την τελευταία πενταετία υπήρξε η συμφωνία με την Αίγυπτο. Την τελευταία πενταετία έχει υπάρξει η Διακήρυξη Φιλίας και Καλής Γειτονίας με την Τουρκία. Το τελευταίο 1,5 έτος έχει υπάρξει μηδενισμός των παραβιάσεων του εναέριου χώρου. Τον τελευταίο χρόνο έχει υπάρξει η επανεκκίνηση του Κυπριακού. Ας μη μιλάμε για χαμένες ευκαιρίες.

Να επισημάνω το εξής. Θέλει τόλμη. Ας αναγνωρίσουμε την τόλμη όπου της προσήκει. Αλλά ας μην είμαστε από την άλλη πλευρά και αιθεροβάμονες. Δεν είναι δυνατόν να ξεκινούμε στη λογική του, ναι, θέλουμε διάλογο, το οποίο να υποδεικνύει μια γνήσια διαβουλευτική στάση. Ότι μπορώ, εάν πειστώ, να αλλάξω γνώμη, να πάω στη φωνή της λογικής. Και από την άλλη πλευρά, να έχω ως παράμετρο της συζήτησης αυτής όλα εκείνα, τα οποία μπορείς να προσάπτεις στην άλλη πλευρά δογματικά. Δεν μπορεί να γίνει αυτό. Όλοι αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει διάλογος σε σύνθετα ζητήματα, τα οποία καλούμαστε να διαχειριστούμε.

Από την άλλη πλευρά, είναι καλό η γνώση, η φρόνηση να μην φτάνει έως το σημείο του μηδενισμού. Και θέλω να πω, πράγματι, όπως σωστά είπε ότι και τα ζητήματα του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι ζητήματα, τα οποία είναι εξαιρετικά πολυπαραγοντικά. Επηρεάζονται από όλες τις εξελίξεις. Η Μέση Ανατολή προφανώς και επηρεάζει τη δική μας γεωστρατηγική θέση. Επηρεάζει και το Κυπριακό, το οποίο εν δυνάμει επηρεάζεται και από το μεταναστευτικό, επέκεινα της κρίσης στη Μέση Ανατολή, όπως επίσης και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η διάσταση, την οποία θέτετε και η διάσταση, η οποία ετέθη περί ενίσχυσης του ρόλου της Τουρκίας, θα μου επιτρέψετε να πω ότι εμένα δεν με προβληματίζει, εάν ισχύει. Είναι ακόμα κατ’ αρχάς πάρα πολύ ρευστό και πρόχειρο, θα μου επιτρέψετε να πω, να κάνουμε μία αποτίμηση της κατάστασης στη Συρία, η οποία δεν έχει καν πέντε ημέρες από τη στιγμή που ανελήφθη η νέα de facto εξουσία. Δεν έχουμε πέντε ημέρες από τη στιγμή που είχαμε την κάθοδο της οργανωμένης ΗTS, η οποία είναι μία ακόμη καθορισμένη ως τρομοκρατική οργάνωση, και την ανάληψη της ηγεσίας. Δεν έχουμε ούτε πέντε ημέρες από τη στιγμή της αποχώρησης των έξωθεν ενεργών παραγόντων, όπως είναι το Ιράν και η Ρωσία. Άρα, ας είμαστε λίγο περισσότερο στο μέτρο πριν κάνουμε την αποτίμηση για τους κερδισμένους και τους χαμένους.

Όμως, εγώ θα πω κάτι μεγαλύτερο και κάτι υψηλότερο. Εγώ και η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν ετεροκαθοριζόμαστε. Το είπα όσο πιο σαφώς μπορούσα. Έχουμε το σθένος, τη δύναμη, το διπλωματικό αποτύπωμα σήμερα στον κόσμο για να μην έχουμε την ανάγκη να ετεροκαθοριζόμαστε. Προφανώς, θα κάνουμε την αξιολόγηση για όλους τους γείτονές μας και όλους τους εταίρους μας, πώς επηρεάζονται από τις κρίσεις. Η Τουρκία πιθανώς θα επηρεαστεί από την κατάσταση στη Συρία. Η Τουρκία έχει 5 εκατομμύρια πρόσφυγες, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα προέρχεται από τη Συρία. Προφανώς θα επηρεαστεί. Είναι εντός της Συρίας αυτή τη στιγμή ενεργός δρων. Αλλά άλλο το ζήτημα ότι αξιολογούμε και άλλο ότι ετεροκαθοριζόμαστε. Δεν έχουμε ανάγκη να ετεροκαθοριστούμε. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Και θα μου επιτρέψετε να πω, αξιότιμε κύριε Υπουργέ, κύριε Κοτζιά, ότι η λογική του δυνατού και του αδύνατου είναι ακριβώς η πολιτική εκείνη ψυχολογία που μας έχει φέρει σε αυτό το σημείο. Η Ελλάδα δεν είναι ο αδύνατος και ειδικά δεν είναι ο αδύνατος σήμερα. Σήμερα, είναι ένας εξαιρετικά ισχυρός διεθνής πόλος, συμπαραγωγός της διεθνούς πολιτικής σε σημείο, στο οποίο δεν είχε φτάσει ποτέ. Και όταν αναφερόμαστε στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, πράγματι υπήρξε μία κοινή υποψηφιότητα με την Τουρκία, η οποία θεωρώ ότι έχει ένα εξαιρετικά θετικό αποτύπωμα. Φανταστείτε 57 χώρες του Οργανισμού, ο μόνος Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, ο οποίος εγκολπώνει το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών και οι οποίες 57 χώρες βρίσκονταν σε αδυναμία επί μία δεκαετία για να συγκροτήσουν όργανα, με αποτέλεσμα ο Οργανισμός να παραμένει αδρανής. Και ήταν η κοινή μας υποψηφιότητα, η οποία έφερε την αναβίωση του Οργανισμού. Με ομοφωνία από τη Ρωσία, από την Ουκρανία, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, από τη Γεωργία, από το Αζερμπαϊτζάν. Από όλους τους δρώντες. Και θα μου επιτρέψετε να πω ότι η θέση του επικεφαλής του Γραφείου για τους Δημοκρατικούς Θεσμούς και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, στην Ευρώπη, είναι η ισχυρή θέση, κύριε Κοτζιά, δεν είναι η θέση του Γενικού Γραμματέα.

Καλό είναι όταν μιλάμε να αναφερόμαστε στα θεσμικά δεδομένα. Ας δούμε λοιπόν το καταστατικό του Οργανισμού για να δούμε ποιος είναι ο ισχυρός πόλος. Ποιος είναι εκείνος, ο οποίος είναι επικεφαλής της έρευνας για τη δημοκρατία, για το κράτος δικαίου, για όλα τα ζητήματα ασφάλειας στην Ευρώπη πριν κρίνουμε. Αυτή λοιπόν τη θέση έχουμε καταλάβει. Άρα, εγώ, ό,τι και αν νομίζουμε ότι μπορεί να συμβαίνει στον κόσμο, εμείς κάνουμε όλα τα δυνατά σενάρια. Εξωτερική πολιτική πλέον, θα μου επιτρέψετε, κύριε Υπουργέ μου, δεν μπορεί να κάνεις στη βάση της προβλεψιμότητας. Έχει χαθεί κάθε έννοια μακροπρόθεσμου σχεδιασμού στην εξωτερική πολιτική. Όπως σωστά ειπώθηκε, ο γεωπολιτικός χρόνος έχει συντμηθεί.

Εκείνο, το οποίο πρέπει να κάνουμε και οφείλουμε να το κάνουμε στη διπλωματία είναι να κάνουμε όλα τα δυνατά σενάρια. Τα «what if» σενάρια. Γιατί αυτά τα σενάρια, από εκεί που η λογική θα μπορούσε να θεωρεί ότι θα έρθουν σε 10 ή σε 20-30 χρόνια, μπορούμε να τα δούμε αύριο μπροστά μας. Άρα εκείνο, το οποίο μας δίνει πολλαπλασιαστική αξία και διπλωματικό κεφάλαιο είναι η γνήσια ωφέλιμη προετοιμασία. Και γι’ αυτόν το λόγο εμείς ενισχύουμε τη διπλωματική μας θέση στον κόσμο, έτσι ώστε να μπορούμε να συνομιλούμε με όλους από θέση ισότιμη, αν όχι ισχύος.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα ήθελα να κάνουμε έναν γύρο σχολιασμών, μια και έχουμε μπει τώρα σε αυτόν τον πυρήνα των θεμάτων, ο οποίος είναι πάρα πολύ δύσκολος και να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τις κομματικές αντιπαραθέσεις και να μπούμε στην ουσία. Θα ήθελα, όμως, πριν τελειώσουμε και αφού πείτε τη γνώμη σας για αυτά, να μου πείτε αυτό που δεν θίξαμε ως τώρα και που το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό. Πόσο οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης επηρεάζουν την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ξεκίνησα την πρωτολογία μου για να μιλήσω επί της αρχής. Δεν αναφέρθηκα ούτε στα πεπραγμένα. Αντιθέτως, είχα, όχι την ευπρέπεια, αλλά νομίζω τη δικαιοσύνη να αποδώσω το σημερινό πολύ υψηλό διπλωματικό κεφάλαιο σε όλες τις κυβερνήσεις, οι οποίες συνέβαλαν για να φτάσουμε στο επίπεδο αυτό και να μπορούμε σήμερα να μιλάμε από όρους ισχύος. Θα το πω και θα το ξαναπώ. Όταν βρίσκεσαι σε μία συζήτηση, είτε διμερή, είτε πολυμερή, είναι απολύτως προτιμότερο να έχεις μεγάλο διπλωματικό κεφάλαιο. Η εξωτερική πολιτική είναι σαν τη μετοχή. Πουλάς, όταν είσαι ψηλά. Αυτό θέλω να θυμόμαστε όλοι. Να πω όμως ότι δυστυχώς, στο επίπεδο αυτό αρχής άκουσα πράγματα – που θα με συγχωρέσετε που θα το πω – τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και θα αναφερθώ μόνο σε λίγα. Είπα για τον ΟΑΣΕ, αλλά να πω και ένα δύο ακόμα, διότι προφανώς μάλλον δεν έχουμε κοινή κατανόηση. Απλά και ωραία πράγματα. Είπε ο αγαπητός μου κύριος Κοτζιάς ότι έχουμε παραμελήσει τη Μέση Ανατολή και τον αραβικό κόσμο. Απλά πράγματα. Και θα σας τα πω γιατί είναι και πρόσφατα. Με την Ιορδανία πριν από 25 μέρες κάναμε την Τριμερή με την Κύπρο. Δεν θα το παρατήρησε ο Υπουργός. Τον Ιανουάριο έχουμε Τριμερή με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Δεν θα το άκουσε ο κύριος Υπουργός. Δεν θα είχε ακούσει επίσης ότι εγώ ο ίδιος…. θα μου επιτρέψετε να ολοκληρώσω, κύριε Υπουργέ!

Ν. ΚΟΤΖΙΑΣ: Με την Παλαιστίνη και τον Λίβανο κάνατε;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Εγώ ο ίδιος έχω ταξιδέψει επανειλημμένως στην Παλαιστίνη. Έχουμε πάρει πολύ συγκεκριμένη θέση υπέρ του διεθνούς δικαίου, έχουμε υπερψηφίσει όλα τα Ψηφίσματα. Εγώ ο ίδιος είχα την τιμή, πριν από περίπου δεκαπέντε ημέρες, να υποδεχθώ στο Υπουργείο Εξωτερικών Πρέσβεις των δεκαπέντε αραβικών χωρών. Το ξέρουν ορισμένοι από τους παρισταμένους. Και όλοι οι Άραβες πρέσβεις εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για την Ελλάδα. Εγώ ο ίδιος προσωπικά το τελευταίο διάστημα μίλησα και με τον Αιγύπτιο και με τον Ιορδανό και με τον Λιβανέζο, και θα ταξιδέψουμε με τον Πρωθυπουργό στον Λίβανο. Και εγώ ο ίδιος θα κάνω περιοδεία στον αραβικό κόσμο. Κάθε, δε, εξάμηνο έχω τακτική συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του Αραβικού Συνδέσμου. Αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα. Δεν κάνω κριτική. Μπορεί να θεωρούμε ότι κάνουμε λάθος που προσεγγίζουμε τον αραβικό κόσμο. Αλλά θέλω να πιστώσουμε το γεγονός ότι έχουμε διατηρήσει τη στρατηγική μας σχέση με το Ισραήλ και ταυτοχρόνως έχουμε μια άριστη σχέση με όλο τον αραβικό κόσμο και με τις αναδυόμενες δυνάμεις. Θυμίζω τη σχέση μας με την Ινδία, η οποία βρίσκεται στο απώτατο σημείο της και ευελπιστούμε ότι πολύ σύντομα θα έχουμε και απτά αποτελέσματα σε σχέση με τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης.

Βαλκάνια. Άκουσα ότι δεν κάνουμε τίποτα. Να επισημάνω το εξής. Η Ελλάδα από το 2003 είναι η επισπεύδουσα δύναμη σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων. Και κάνουμε πάρα πολλά γι’ αυτά. Αντιθέτως με ό,τι κάποιος μπορεί να θεωρεί, εμείς βρισκόμαστε διαρκώς στα Βαλκάνια και έχουμε μια άριστη σχέση. Έχουμε καταφέρει, δε, να έχουμε αναβαθμίσει τα ζητήματα, τα οποία μας αφορούν διμερώς, σε επίπεδο ευρωπαϊκό. Να σας πω ένα απλό παράδειγμα για την Αλβανία. Εμείς ανοίξαμε το πρώτο Κεφάλαιο, το οποίο αφορά τα θεμελιώδη για την ενταξιακή πορεία της Αλβανίας πριν από περίπου ένα μήνα. Πώς συνέβη αυτό; Περιλαμβάνοντας μέσα στην κοινή θέση των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένα ολόκληρο ορόσημο, το οποίο αφορά την προστασία της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας και ένα ολόκληρο ορόσημο, το οποίο αφορά τα περιουσιακά. Διότι η εξωτερική πολιτική με αυτόν τον τρόπο συντελείται. Όταν μπορείς και αναβαθμίζεις τα ζητήματα που έχεις, σε επίπεδο που να μπορεί να ασκηθεί πολύ μεγαλύτερη πίεση.

Κοιτάξτε, για το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων, της συμφωνίας με την Αίγυπτο και της συμφωνίας με την Ιταλία, ακούσαμε αυτό το οποίο ακούμε πολύ τακτικά από το 2019 και μετά. Δεν προλάβαμε. Το ακούσαμε σε όλους τους τόνους σήμερα. Να πω όμως και το άλλο ότι αλήθεια, το 2019 πώς προήχθη το Κυπριακό; Όταν παραδώσαμε το 2019, όταν ανέλαβε ο κύριος Δένδιας, ο προκάτοχός μου και τώρα που ανέλαβα εγώ, πώς έχει προαχθεί στην πραγματικότητα; Πόσο είχε προαχθεί το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων;

Να έχουμε το θάρρος να ομιλούμε όπως πρέπει να ομιλούμε. Δεν θα πιάσω τα ζητήματα, τα οποία αφορούν σημαντικές συνιστώσες και των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Διότι το μεταναστευτικό να θυμηθούμε πώς ήταν το 2015 και το 2016 και πώς είναι σήμερα. Και σήμερα, χάρη στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, έχουμε τη δυνατότητα να συντονιζόμαστε για να μπορούμε να καταπολεμούμε τα δίκτυα διακινητών. Είναι ένα πάρα πολύ απτό αποτέλεσμα από τη συνεργασία Ελλάδος και Τουρκίας. Άρα, αυτήν τη στιγμή εγώ θέλω να πω ότι γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια.

Είναι σημαντικό. Αλήθεια η κοινή γνώμη, ο κόσμος, ο απλός πολίτης, τι είναι αυτό που θέλει από την εξωτερική του πολιτική; Θα σας πω τη δική μου αντίληψη, η οποία όμως είναι προσωπική και μπορεί όντως να κάνω λάθος. Εκείνο, το οποίο θέλει από την εξωτερική του πολιτική και από την άμυνα, είναι η ασφάλειά του και η αυτοπεποίθηση και η υπερηφάνεια. Από την κοινωνική πολιτική θέλει την ευημερία. Θέλω όμως να σας πω ότι αισθάνομαι μια σχετική ικανοποίηση εκ του γεγονότος ότι, όταν ανέλαβα εγώ πριν από 16 μήνες, στις δημοσκοπήσεις, οι οποίες γίνονταν και αναφέρονταν στα προβλήματα των Ελλήνων πολιτών, τα εθνικά ζητήματα ήταν στο ίδιο επίπεδο με την ακρίβεια. Ήταν περίπου δηλαδή στο 35%. Και σήμερα έχουμε φτάσει να είναι στο 7%. Γιατί ο πολίτης θέλει ασφάλεια. Και αντιλαμβάνεται ότι σε έναν κόσμο, ο οποίος είναι τόσο γρήγορα μεταβαλλόμενος, έχει τόσο μεγάλες προκλήσεις, που υπάρχουν συρράξεις, οι οποίες είναι στα 1.000 μίλια από εμάς, καταλαβαίνει την αξία του να υπάρχει μία σταθερή κυβέρνηση με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, με ίσες αρχές για όλους, η οποία να μπορεί να του προσφέρει τη σταθερότητα αυτή.

Έχω την αίσθηση πολλές φορές ότι η κοινή γνώμη, ο απλός πολίτης, είναι πιο μπροστά από το πολιτικό σύστημα. Ο απλός πολίτης θέλει την ειρήνη και την ευημερία στη γειτονιά μας, ενώ, πολλές φορές, το πολιτικό προσωπικό, έχοντας στο βάθος του μυαλού του το κόστος, το οποίο μπορεί να επιφέρει, διακατέχεται από αυτήν την, κατά τη γνώμη μου, αδικαιολόγητη φοβία. Ας ακούσουμε, λοιπόν, τον κόσμο.

Α. Παπαδοπούλου(Υφ. Εξωτερικών, Πρέσβης): Από την προβλεψιμότητα στις καταιγιστικές αλλαγές της σύγχρονης διπλωματίας

Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2024 – Η κυρία Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, Υφυπουργός Εξωτερικών, Πρέσβης συνομίλησε με τον κ. Συμεών Τσομώκο, Πρόεδρο και Ιδρυτή του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών για την εξωτερική πολιτική της Μεταπολίτευσης μέσα από τα μάτια μιας Ελληνίδας διπλωμάτη, στο πλαίσιο του συνεδρίου με τίτλο  «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», που πραγματοποιείται 12 και 13 Δεκεμβρίου.

Η κυρία Παπαδοπούλου αναφέρθηκε στους σημαντικούς «σταθμούς» της 44χρονης καριέρας της στο διπλωματικό σώμα, ακολουθώντας ιστορική σειρά. Ξεκίνησε από την ερώτηση αν διαπίστωσε μια νέα πραγματικότητα για τη χώρα μας κατά την έναρξη της καριέρας της στο Υπουργείο Εξωτερικών το 1981.

«Στα 44 χρόνια διπλωματικής καριέρας έζησα πολλές και σημαντικές στιγμές. Το Υπουργείο Εξωτερικών είναι, για εμάς τους διπλωμάτες, τρόπος ζωής, και εγώ το 1981 ήμουν η πρώτη γενιά διπλωματών με τη χώρα μας μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπήρξαν αλλαγές στη δουλειά, με βασικότερη την ανάγκη συντονισμού με άλλους -κυρίως με τους παλαιότερους- εταίρους. Η Ευρώπη τότε δεν είχε τον βαθμό ενοποίησης που έχει σήμερα. Αρκετοί πιστεύουν ότι η γεωγραφική επέκταση ήρθε γρηγορότερα από ό,τι έπρεπε, χωρίς να ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό η εμβάθυνση», σημείωσε η κυρία Παπαδοπούλου.

Αναφερόμενη στη θητεία της ως Πρόξενος στη Νέα Ορλεάνη, τόνισε πως «ο Νότος της Αμερικής είναι εντελώς διαφορετικός κόσμος» και υπογράμμισε ότι η δουλειά στο προξενείο έχει πιο άμεσα αποτελέσματα και μεγαλύτερη επαφή με τον κόσμο, σε σύγκριση με τη δουλειά στην πρεσβεία.

Στη συνέχεια, ο κ. Τσομώκος την ρώτησε για την εμπειρία της στη Μέση Ανατολή. «Η Μέση Ανατολή δεν έχει λύση, έχει μόνο διαχείριση», είπε χαρακτηριστικά η η κυρία Παπαδοπούλου επισημαίνοντας τη δύσκολη γεωγραφία και ιστορία της περιοχής, όπου οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά εύθραυστες.

«Παλιά ο κόσμος ήταν πιο προβλέψιμος, τώρα είναι κινούμενη άμμος, που πρέπει να προβλέψεις τι αλλαγές θα φέρει ο επόμενος άνεμος», συμπλήρωσε.

Μιλώντας για τα Βαλκάνια και τη θητεία της στην Πρίστινα, ανέφερε ότι εκεί βίωσε την «απελπισία, την καταστροφή και την ελπίδα, όλα μαζί». Εξήγησε ότι η ΕΕ προσπάθησε να εξισορροπήσει την κατάσταση στην περιοχή μετά την πτώση της Γιουγκοσλαβίας, αλλά αναρωτήθηκε αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό μέσα σε μία γενιά.

Σχετικά με τη διεύρυνση της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια, δήλωσε πως «η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν αρωγός των προσπαθειών». Η ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων, σημείωσε, είναι μονόδρομος τόσο για τις χώρες αυτές όσο και για την Ευρώπη. «Δεν γίνεται να υπάρχει μία μαύρη τρύπα στο κέντρο της ηπείρου», τόνισε,  «Ωστόσο, οι χώρες αυτές -από τη μια- και η Ευρώπη -από την άλλη- μοιάζουν με δύο τρένα που δεν συναντήθηκαν ποτέ στον ίδιο σταθμό», σχολίασε, συμπληρώνοντας ότι, η διεύρυνση τώρα είναι δυσκολότερη από ότι πριν 20 χρόνια, αλλά σταθερά ο μόνος δρόμος.

Αναφερόμενη στα 5,5 χρόνια θητείας της στη πρεσβεία της χώρας μας στα Σκόπια, είπε ότι ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε «ο εχθρός σε πολιτικό επίπεδο».  Σε ανθρώπινο επίπεδο, οι άνθρωποι  είναι φιλικοί και επισκέπτονται τη χώρα μας κάθε καλοκαίρι, συμπλήρωσε, «αλλά σε πολιτικό επίπεδο συμβολίζαμε τον εχθρό, το πρόβλημα».

Για την εμπειρία της στα Ηνωμένα Έθνη, δήλωσε πως εκεί μαθαίνεις να βλέπεις τον πόνο των άλλων. «Τα Ηνωμένα Έθνη αντικατοπτρίζουν την παγκόσμια πραγματικότητα μιας άλλης εποχής. Ωστόσο, εκεί μαθαίνεις να ακούς και να δείχνεις ενσυναίσθηση για τα προβλήματα των άλλων», εξήγησε.

Σχετικά με τη Τουρκία, είπε ότι, «πρέπει να μάθουμε να ζούμε αρμονικά ο ένας δίπλα στον άλλο, με ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και με ένα modus vivendi σεβασμού της θέσης του άλλου».

Τέλος, μιλώντας για την εμπειρία της στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Ελλάδας στις Βρυξέλλες την εποχή του Grexit, τόνισε ότι ήταν μία δύσκολη περίοδος γεμάτη φόβο. Παρ’ όλα αυτά, θυμάται με συγκίνηση τη στήριξη που έλαβε από άλλους μόνιμους αντιπροσώπους.

Κλείνοντας την αναδρομή στην πολυετή της καριέρα, τόνισε ότι η ομιλία του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στο Κογκρέσο ήταν «η πιο συγκινητική στιγμή της καριέρας της». Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα με ένα από τα καλύτερα brand names στον κόσμο και αυτό πρέπει να εκμεταλλεύεται πάντα, κατέληξε.

Το συνέδριο  «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» οργανώνεται από το Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων, το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών και την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση καθώς και το αναλυτικό πρόγραμμα και για τις δύο ημέρες μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ

Μπορείτε να παρακολουθήσετε ζωντανά τις εργασίες του συνεδρίου μέσω του site της εφημερίδας «Το Βήμα» (ΕΔΩ), του ξενόγλωσσου site (ΕΔΩ), καθώς και από το επίσημο κανάλι στο YouTube του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, πατώντας ΕΔΩ


Χορηγός: ΔΕΗ – Libra Group

Antonis Tsagronis
Antonis Tsagronis
Αντώνης Τσαγκρώνης  Αρχισυντάκτης: Αtticanews.gr  iNews – Newspaper – iRadio - iTV e-mail : editor@atticanews.gr , a.tsagronis@gmail.com AtticaNews Radio:  http://www.atticanews.gr Facebook: @Αντώνης Τσαγκρώνης Facebook: @Atticanews.gr https://www.facebook.com/Atticanewsgr-111129274130/ YouTube: https://www.youtube.com/Antonis%20Tsagronis Twitter: #AtticanewsGr Instagram:Antonis_Tsagronis (διαπιστευμένος δημοσιογράφος στο Προεδρίας της Δημοκρατίας, Υπ. Εξωτερικών, Υπ. Πολιτισμού & Αθλητισμού, Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπ. Τουρισμού, Υπ. Υγείας, , Yπ. Εργασίας & Κοινωνικών Υποθέσεων, Υπ. Προστασίας του Πολίτη, Υπ. Μετανάστευσης και Ασύλου)

Related Articles

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ